Άρθρο στην εφημερίδα RealNews, Κυριακή, 22-03-2026.
Στο έργο του Περί Πολέμου ο Κλαούζεβιτς καθόρισε τον πόλεμο ως τη συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Η φράση αυτή, θεμέλιο της στρατηγικής σκέψης, σημαίνει ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι μια τυφλή πράξη βίας. Πρέπει, αντίθετα, να είναι η έσχατη επιλογή στα χέρια της πολιτικής ηγεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων και νομιμοποιημένων πολιτικών στόχων.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι για το Ισραήλ ένας υπαρξιακός πόλεμος μετά την αποτρόπαια τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου.
Για τις ΗΠΑ, όμως, η εμπλοκή στον πόλεμο είναι μια δυσεξήγητη επιλογή γιατί δεν έχει στρατηγική λογική.
Το Ιράν αποτελεί για τις ΗΠΑ μια διαχειρίσιμη περιφερειακή απειλή. Ο συνδυασμός των οικονομικών κυρώσεων και των στρατιωτικών επιθέσεων, από Ισραήλ και ΗΠΑ, είχε άλλωστε ελαχιστοποιήσει τη δυνατότητά του να αποτελεί απειλή πέραν της Μέσης Ανατολής.
Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει διαφορετικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο δημιουργώντας σύγχυση. Από το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν, μέχρι την ύπαρξη επικείμενης πυραυλικής απειλής εναντίον της ίδιας της Αμερικής, ή την ανάγκη να υπάρξει καθεστωτική αλλαγή στο Ιράν. Tόσο όμως ο ΥΠΕΞ της Αμερικής, ο Marco Rubio, όσο και ο διοικητής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας που παραιτήθηκε, ο Joe Kent, υπονόησαν δημόσια ότι ο Τραμπ ενέπλεξε την Αμερική στον πόλεμο ενδίδοντας στην πίεση του Νετανιάχου.
Η εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, και παρά την αντίθεση της αμερικανικής κοινής γνώμης στον πόλεμο. Ο πόλεμος έγινε χωρίς καμμιά, έστω και προσχηματική, επίκληση της νομιμότητας, χωρίς την προσφυγή σε διεθνείς θεσμούς όπως ο ΟΗΕ, και χωρίς διαβούλευση με συμμάχους ή εταίρους. Μόνο εκ των υστέρων ζητείται η βοήθεια συμμάχων, που δεν ερωτήθηκαν ούτε καν ενημερώθηκαν, προκειμένου να συνδράμουν στις επιχειρήσεις στα στενά του Ορμούζ.
Πέραν του ζητήματος της πολιτικής νομιμοποίησης του πολέμου η εμπλοκή της Αμερικής στον περιφερειακό πόλεμο της Μέσης Ανατολής έχει ευρύτερες συνέπειες.
Πρώτον, οδηγεί σε ενεργειακή κρίση και, αν συνεχιστεί και κλιμακωθεί, μπορεί να οδηγήσει σε παγκόσμια οικονομική κρίση. Ήδη μετά τα χτυπήματα στα κοιτάσματα του φυσικού του αερίου το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα στοχοποιήσει τις εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ. Κάτι τέτοιο θα είχε μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες.
Δεύτερον, η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο οδήγησε το Ιράν στη στοχοποίηση των χωρών του Περσικού κόλπου, σε μια προσπάθεια να γενικευτεί το κόστος της κρίσης αλλά και να αυξηθεί η πίεση από τις χώρες αυτές προς τις ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου. Αυτό όμως θρυμματίζει την εικόνα του ασφαλούς παραδείσου που είχαν οικοδομήσει τα κράτη αυτά, που προσπόριζε οφέλη στα ίδια αλλά λειτουργούσε και ως ένα ελκυστικό παράδειγμα για το μέλλον ολόκληρης της περιοχής. Επιπλέον, η διοίκηση Τραμπ, με τους προληπτικούς πολέμους και την απειλή καθεστωτικής αλλαγής, επαναλαμβάνει τα λάθη των νεο-συντηρητικών στη Μέση Ανατολή, τα οποία αποκήρυσσε μετά βδελυγμίας. Λάθη που οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση του ισλαμικού στοιχείου, άφησαν πίσω τους αποτυχημένα κράτη όπως το Ιράκ η Συρία και η Λιβύη, και αποσταθεροποίησαν την περιοχή.
Τρίτον, μπορεί να υπάρχουν πρόσκαιρα κόστη για Ρωσία και Κίνα, όπως η εξουδετέρωση ενός ακόμη δορυφόρου για την πρώτη, μετά τη Βενεζουέλα και τη Συρία, και ενεργειακά για τη δεύτερη. Μακροπρόθεσμα, όμως, η πολιτική της Αμερικής με την απαγωγή του Μαδούρο, τις απειλές προσάρτησης του Καναδά, της Γροιλανδίας, και εσχάτως της Κούβας, την απαξίωση των συμμάχων της και του ΝΑΤΟ, και την ευκολία της προσφυγής στη μονομερή και προληπτική χρήση βίας ευνοούν τις αναθεωρητικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Ιδιαίτερα, οι βομβαρδισμοί “ακριβείας” σε αστικά κέντρα που αναπόφευκτα οδηγούν σε απώλειες αμάχων, και η καταστροφή υποδομών καθιερώνουν και νομιμοποιούν πρακτικές που παραβιάζουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.
Επιπλέον, η ασάφεια των πολιτικών στόχων, παρά τις τακτικές στρατιωτικές επιτυχίες, ενέχει τα σπέρματα της στρατηγικής αποτυχίας. Οι αεροπορικές επιδρομές όσο αποτελεσματικές και να είναι δεν μπορούν να οδηγήσουν στην πτώση ενός καθεστώτος. Το θεοκρατικό και αυταρχικό καθεστώς του Ιράν έχει προετοιμαστεί χρόνια για έναν ασύμμετρο πόλεμο φθοράς, αποφασισμένο να απορροφήσει τα χτυπήματα από τις τεχνολογικά και στρατιωτικά υπέρτερες δυνάμεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Έχει αποκεντρώσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ώστε να μην επηρεάζεται από τη δολοφονία των ηγετών του. Έχει αποκεντρώσει το βαλλιστικό του οπλοστάσιο ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα προβολής απειλής, ιδιαίτερα καθώς θα φθείρεται η αντιπυραυλική ασπίδα των αντιπάλων. Η στρατηγική του καθεστώτος αποσκοπεί στην επιβίωσή του. Αυτό θα θεωρηθεί νίκη.
Για τις ΗΠΑ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το πιθανότερο είναι κάποια στιγμή ο Τραμπ ενώπιον της κλιμακούμενης οικονομικής κρίσης, της πίεσης των χωρών του κόλπου, της κοινής γνώμης αλλά και μέρους του κινήματος MAGA, να δηλώσει ότι οι στόχοι επιτεύχθηκαν, η Αμερική νίκησε και να αποχωρήσει από τον πόλεμο. Υπάρχει όμως και το σενάριο της κλιμάκωσης. Είτε των βομβαρδισμών είτε μέσω μιας χερσαίας εισβολής, που εξακολουθεί να συντηρεί η αμερικανική ηγεσία. Μιας αμφίβιας επιχείρησης για την κατάληψη της νησίδας Kharg στον Περσικό κόλπο, που είναι ο κύριος τερματικός σταθμός εξαγωγών του 90% του Ιρανικού αργού πετρελαίου, ή μιας χερσαίας επιχείρησης για την κατοχή των κανίστρων με το εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν. Και οι δυο, όμως, έχουν μάλλον απαγορευτικό βαθμό ρίσκου. Το πλέον λογικό σενάριο είναι η επιβολή μιας σκληρής στρατιωτικής ανάσχεσης, και οικονομικών κυρώσεων, μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, για τον διαρκή περιορισμό ενός ήδη αποδυναμωμένου καθεστώτος. Αυτή όμως η αποκλιμάκωση προϋποθέτει την συναίνεση του Ισραήλ.