Το φαινόμενο της πεταλούδας και η νέα «παγκόσμια αταξία»

Το φαινόμενο της πεταλούδας και η νέα «παγκόσμια αταξία»

Άρθρο στην εφημερίδα “REALNEWS”, Κυριακή, 03-05-2026.

Οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν είναι αλυσιδωτές και παγκόσμιες. Επιβεβαιώνοντας την πρόβλεψη της συστημικής «θεωρίας του χάους», ότι αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να προκαλέσει βροχή στην Κίνα.

Με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, το Ιράν, αντί να επιδιώξει μια συμβατική αντιπαράθεση που δεν μπορούσε να κερδίσει, μετέτρεψε τη σύγκρουση από στρατιωτική αναμέτρηση σε μια αναμέτρηση οικονομικής αντοχής, στην οποία έχει σαφώς το πάνω χέρι. Κατά συνέπεια, οι διαπραγματεύσεις έχουν επικεντρωθεί στο άνοιγμα των Στενών και όχι στα ζητήματα που οδήγησαν τις ΗΠΑ στον πόλεμο: την αλλαγή καθεστώτος, τα αποθέματα ουρανίου του Ιράν, το πυραυλικό πρόγραμμά του και την υποστήριξή του σε περιφερειακούς αντιπροσώπους.

Η Αμερική προετοιμάζεται τώρα για έναν παρατεταμένο ναυτικό αποκλεισμό, με παγκόσμιες συνέπειες. Ενα δισεκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου έχουν αποσυρθεί από την αγορά, ενώ ορισμένες από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής και εξαγωγής ορυκτών καυσίμων στον κόσμο έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Χώρες στην Ασία, στην Αφρική και στην Ευρώπη έχουν θεσπίσει μέτρα έκτακτης ανάγκης. Ενώ η ζήτηση για αμερικανικό πετρέλαιο έχει εκτοξευθεί, και μαζί της οι προσδοκίες κερδών για τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων, ο μέσος Αμερικανός πολίτης βλέπει την τιμή της βενζίνης στην αντλία να διπλασιάζεται και την άνοδο του πληθωρισμού να ανεβάζει τις τιμές στα προϊόντα. Στην Ευρώπη, το κόστος εισαγωγής ορυκτών καυσίμων έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 30 δισεκατομμύρια δολάρια σε δύο μήνες. Η ήπειρος διαθέτει αποθέματα καυσίμων για αεροσκάφη για «ίσως έξι εβδομάδες περίπου», προειδοποίησε πριν από μερικές εβδομάδες ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας. Κατά τον Economist, «οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας βρίσκονται στο χείλος της καταστροφής».

Στον τομέα των τροφίμων βρισκόμαστε μπροστά σε μια παγκόσμια κρίση. Και αυτό γιατί μεγάλο μέρος των παγκόσμιων αποθεμάτων λιπασμάτων διακινείται μέσω των Στενών του Ορμούζ, παράλληλα με το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, και ο πόλεμος ξέσπασε ακριβώς την ώρα που ξεκινούσε η περίοδος σποράς στο βόρειο ημισφαίριο. Η τιμή των λιπασμάτων έχει ήδη αυξηθεί κατά περίπου 20% από την έναρξη του πολέμου και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 70% των αγροτών δηλώνει ότι δεν μπορεί να τα αγοράσει σε επαρκή ποσότητα.

Ακόμη και αν τελικά τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν ξανά και ο Τραμπ άρει τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στους προϋπολογισμούς της Ασίας, στα ευρωπαϊκά επιτόκια και στα στρατηγικά αποθέματα ενέργειας παγκοσμίως είναι ήδη σοβαρές. Σε περίπτωση που η εύθραυστη εκεχειρία καταρρεύσει και οι τιμές συνεχίσουν να εκτινάσσονται, οι πιέσεις στο κόστος διαβίωσης θα είναι τεράστιες.

Ο πόλεμος με το Ιράν δεν είναι μια απλή κρίση. Η κρίση είναι αυτό που συμβαίνει όταν οι καθιερωμένοι κανόνες παραβιάζονται σκόπιμα. Είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Οταν προσδιορίζουμε μια κατάσταση ως κρίση ή αναταραχή επιβεβαιώνουμε, παραδόξως, ότι οι κοινές νόρμες εξακολουθούν να υπάρχουν, ακόμη και όταν παραβιάζονται. Αντίθετα, ο πόλεμος στο Ιράν σηματοδοτεί μια νέα εποχή παγκόσμιας αταξίας όπου οι νόρμες και οι κανόνες του συστήματος έχουν ξεπεραστεί από τα γεγονότα και δεν υπάρχει πλέον κοινή αντίληψη για το σωστό και το λάθος ή ακόμη και για την ίδια την αλήθεια. Στη θέση τους εμφιλοχωρεί μια βαθιά αβεβαιότητα.

Το διεθνές σύστημα μαστίζεται πλέον από περιστασιακές εκρήξεις εξαναγκασμού και αντιποίνων. Η νέα εποχή της «αταξίας» είναι σύμπτωμα, παρά πρωταρχική αιτία, ενός κόσμου που έχει χάσει τις οργανωτικές αρχές του. Οι βαθύτερες δυνάμεις που οδηγούν αυτή τη μεταμόρφωση είναι δομικές: οικονομικές αναταραχές, κλιματική αλλαγή, τεχνολογικές εξελίξεις και δημογραφικές μεταβολές, που όλες διαβρώνουν τα θεμέλια της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης.

Ως αποτέλεσμα, οι κρίσεις γίνονται περισσότερο περίπλοκες, λιγότερο προβλέψιμες και ενδεχομένως καταστροφικές. Αντί να εξαπλώνονται απλώς, συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Σε έναν υπερσυνδεδεμένο κόσμο, η μετάδοση, τα σημεία καμπής και η ακραία αστάθεια γίνονται ο κανόνας.

Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί παράδειγμα του είδους της μόνιμης πολυκρίσης που πιθανότατα θα χαρακτηρίσει τις επόμενες δεκαετίες. Δεν πρόκειται για μία μόνο κρίση, αλλά για πέντε: το σοκ στην ενεργειακή προσφορά, η απειλή πυρηνικής διασποράς, η κατάρρευση της περιφερειακής ασφάλειας, η παγκόσμια οικονομική αναστάτωση και η διατλαντική ρήξη, που όλες εκτυλίσσονται παράλληλα.

Το κρίσιμο είναι ότι οι κύριοι πρωταγωνιστές του πολέμου δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν ή να ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι παραβιάζουν τους κανόνες. Καμία θεσμική δομή, καμία παγκόσμια τάξη δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν οι κύριοι δρώντες στο διεθνές σύστημα σταματούν να τηρούν τους κανόνες. Αυτή είναι η ουσία της διάκρισης μεταξύ κρίσης και αταξίας: η μία συνεπάγεται παραβίαση των κανόνων, η άλλη σημαίνει ότι δεν υπάρχουν συμφωνημένοι κανόνες. Το παράδοξο είναι ότι οι δυνάμεις που συντελούν στην κατάλυση της διεθνούς τάξης είναι οι ίδιες που τη θεμελίωσαν αλλά, παραδόξως, δεν είναι αυτές που ωφελούνται από αυτή την «παγκόσμια αταξία». Αυτές που ωφελούνται είναι δυνάμεις που είναι καλύτερα εξοπλισμένες για να πλοηγηθούν στη ριζική αβεβαιότητα ενός κόσμου στον οποίο κανείς δεν φαίνεται να αναγνωρίζει κανόνες. Αυτά τα κράτη που ήταν στο περιθώριο της φιλελεύθερης δυτικοκεντρικής τάξης έχουν συνηθίσει να προσαρμόζουν και να αναθεωρούν την πολιτική τους επιδεικνύοντας πραγματισμό και ευελιξία. Είναι καλύτερα τοποθετημένες να λειτουργούν σε περιβάλλον αβεβαιότητας και ρευστότητας και να αξιοποιούν τις αναδυόμενες απρόβλεπτες καταστάσεις. Η Κίνα αποτελεί το κύριο παράδειγμα αυτών των δυνάμεων, αλλά η ίδια λογική φαίνεται να καθοδηγεί πολλές ανερχόμενες δυνάμεις, όπως η Ινδία, αλλά και μεσαίες αναθεωρητικές δυνάμεις όπως το Ιράν.

Τα νέα διλήμματα της εξωτερικής πολιτικής

Τα νέα διλήμματα της εξωτερικής πολιτικής

Άρθρο στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ”, Σάββατο, 02-05-2026. 

Η αποκρυστάλλωση της γεωπολιτικής ταυτότητας της χώρας, αλλά και η αποσαφήνιση του πλέγματος των συμμαχιών της ήταν το μεγάλο κεκτημένο της Μεταπολίτευσης.

Τρεις είναι οι βασικοί άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1974. Ο πρώτος είναι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ), η οποία αποτελεί σταθμό για τη διεθνή θέση της χώρας. Σταθεροποίησε τους δημοκρατικούς θεσμούς, βελτίωσε τις οικονομικές προοπτικές της χώρας, συνέβαλε στην εθνική ασφάλεια αλλά και στην εξισορρόπηση της μονοδιάστατης εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Μειώνοντας, έτσι, τη διαχρονική ανάγκη της Ελλάδας να αναζητεί προστάτιδες δυνάμεις, όπως τόνιζε συχνά και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Το δεύτερο στοιχείο το οποίο διακρίνει αυτή την περίοδο είναι η μετατόπιση της απειλής ενάντια στα εθνικά μας συμφέροντα από τον Βορρά προς Ανατολάς. Καθίσταται δηλαδή προφανές, μετά το ’74, ότι η προεξάρχουσα απειλή για την ελληνική ασφάλεια προέρχεται εξ ανατολών, από την Τουρκία, παρά το γεγονός ότι είμαστε ακόμα σε ψυχροπολεμικό περιβάλλον. Αυτό αποτελεί μια θεμελιώδη αλλαγή για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική.

Το τρίτο στοιχείο που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι από το 1974 και μετά, πέραν της συμμετοχής μας στους δυτικούς θεσμούς, η ελληνική εξωτερική πολιτική αποκτά έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα.  Η προσέγγιση και τα μέσα που ακολούθησε η χώρα μας στην εξωτερική της πολιτική ήταν κατά βάση αυτά που ακολουθούν κυρίως τα μικρά κράτη. Βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην επίκληση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και την αξιοποίηση της πολυμερούς διπλωματίας στους διεθνείς θεσμούς.

Σήμερα, η αποσάθρωση της μεταπολεμικής τάξης έχει οδηγήσει σε ένα περιβάλλον ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, σφαιρών επιρροής και ωμής ισχύος ως μέσου διευθέτησης των διεθνών διαφορών και ζητημάτων.

Οι σταθερές πάνω στις οποίες διαμορφώθηκε το consensus στην εξωτερική μας πολιτική, ακόμα και οι συμμαχίες μας, είναι υπό αίρεση. Αυτό το νέο περιβάλλον θέτει νέες προκλήσεις όχι μόνο για την εξωτερική μας πολιτική, αλλά συνολικά για την εθνική μας στρατηγική. Η Ελλάδα είναι υπέρμαχος της θεσμικής ολοκλήρωσης της ΕΕ, και ειδικότερα στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας. Η ιστορία, όμως, έχει δείξει ότι τα όποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση σημειώνονται με αργούς ρυθμούς. Επιπλέον, η διαδικασία ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας κρύβει παγίδες, όπως ο κίνδυνος ανάμειξης της Τουρκίας σε ζητήματα ευρωπαϊκής άμυνας μέσω μιας «συμμαχίας των προθύμων».

Η αποστασιοποίηση της Αμερικής από τους ευρωπαίους συμμάχους της πραγματοποιείται ταυτόχρονα με την ενίσχυση της στρατιωτικής και ενεργειακής παρουσίας της στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή. Αυτό δεν δημιουργεί, για την ώρα, διλήμματα επιλογής για τη χώρα μας. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η απαγκίστρωση της Αμερικής από την Ευρώπη θα είναι σταδιακή και συνεργατική.

Σε ένα πλαίσιο «εξευρωπαϊσμού» του NATO, με την Ευρώπη να αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και να αναλαμβάνει ολοένα και πιο καίριες διοικητικές και επιχειρησιακές ευθύνες στη Συμμαχία. Κάτι που θα επιτρέψει τη μετατόπιση του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος της Αμερικής προς την Ασία και την Κίνα. Μόνο στη λιγότερο πιθανή περίπτωση μιας ολοσχερούς ευρωαμερικανικής ρήξης θα βρεθούμε ενώπιον επώδυνων επιλογών.

Η Ελλάδα βρίσκεται στο μεταίχμιο τριών ηπείρων στο κέντρο μιας εύθραυστης ζώνης γεωπολιτικής αστάθειας. Η σοβαρότερη και πιο άμεση απειλή παραμένει η Τουρκία. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, το ενεργειακό ζήτημα και η μεταναστευτική πίεση θέτουν νέες σοβαρές προκλήσεις.  Στο νέο αυτό διεθνές περιβάλλον θα ήταν επικίνδυνο να αρκεστούμε μόνο στα μέσα που χρησιμοποιήσαμε στην προηγούμενη τάξη πραγμάτων. Πέρα από την αξιοποίηση της συμμετοχής μας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ και το πλέγμα των διμερών αμυντικών σχέσεων που έχουμε αναπτύξει, θα πρέπει να ενισχύσουμε την αμυντική μας αυτονομία και τη στρατηγική μας ανθεκτικότητα. Ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική επάρκεια και την τεχνολογική αυτονομία μας.

Οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, άλλωστε, δείχνουν ότι οι νέες τεχνολογίες δίνουν δυνατότητες σε μικρά κράτη να πολλαπλασιάσουν την αμυντική τους ισχύ και την αποτρεπτική τους αξιοπιστία με σχετικά μικρό κόστος.

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος: «Το δίκαιο της ισχύος έχει επιστρέψει»

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος: «Το δίκαιο της ισχύος έχει επιστρέψει»

Μια συζήτηση με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Η νέα παγκόσμια τάξη, το δίκαιο της ισχύος» που συνέγραψε με τον καθηγητή και διεθνολόγο Κωνσταντίνο Φίλη

Ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και πρώην Υπουργός Παιδείας μιλά στην Athens Voice για το τέλος των βεβαιοτήτων, την Αμερική, την Ευρώπη. και τη θέση της Ελλάδας στον νέο κόσμο

Η αρχιτεκτονική του χάους: από την Pax Americana στην Pax Trumpiana

Η αρχιτεκτονική του χάους: από την Pax Americana στην Pax Trumpiana

Άρθρο στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ”, Σάββατο, 18-04-2026.

Οταν ο Τραμπ εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή η μεταπολεμική συναίνεση εμφάνιζε ρωγμές. Οι οικονομικές συνιστώσες αυτής της συναίνεσης, οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και η παγκοσμιοποίηση, είχαν εκτινάξει τις ανισότητες ενδοκρατικά και διακρατικά. Οι γεωπολιτικές συνιστώσες, ο φιλελεύθερος διεθνισμός, η εξάπλωση της δημοκρατίας και των φιλελεύθερων θεσμών μέσω της ιδεολογικής ηγεμονίας ή και των στρατιωτικών επεμβάσεων, είχαν οδηγήσει την Αμερική σε αδιέξοδα και στρατηγική υπερέκταση. Η woke ατζέντα των φιλελεύθερων στο εσωτερικό και η μετανάστευση από το εξωτερικό δοκίμαζαν τη συνοχή των δυτικών κοινωνιών.

Ο Τραμπ ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία σχεδόν πριν από μια δεκαετία δηλώνοντας ότι η Αμερική βρισκόταν ήδη σε παρακμή, επισημαίνοντας το αρνητικό ισοζύγιο των εμπορικών συναλλαγών, τα πορώδη σύνορα, την αποδυναμωμένη βιομηχανική βάση και το κόστος από την εμπλοκή της Αμερικής σε συνεχείς πολέμους. Δεν είχε άδικο ότι το ancien regime αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τα νέα προβλήματα, ότι για πολλούς πολίτες τα κόστη ξεπερνούσαν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης και ότι η ανησυχία των Αμερικανών για την αυξανόμενη μετανάστευση ήταν πραγματική και έντονη.

Η πολιτική της νέας αμερικανικής Δεξιάς, όμως, και η βολονταριστική άσκηση διακυβέρνησης του Τραμπ κακοποίησαν μια αναγκαία «συντηρητική διόρθωση» των ακροτήτων του φιλελεύθερου ιδεολογήματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην εξωτερική πολιτική. Η πολιτική τους αντιπρόταση ή αποδείχθηκε αναποτελεσματική ή ήταν τόσο ακραία που έφερε το χάος. Η πολιτική του οικονομικού προστατευτισμού της δεύτερης διοίκησης Τραμπ δεν οδήγησε στον επαναπατρισμό του κατασκευαστικού και μεταποιητικού κεφαλαίου. Η παράλογη αύξηση δασμών μάλλον έβλαψε τον μέσο αμερικανό καταναλωτή. Και η ακραία αντιμεταναστευτική πολιτική με τις αυθαιρεσίες του ICE και τα γεγονότα της Μινεάπολης αποδοκιμάστηκε από την αμερικανική κοινωνία.

Εξωτερική πολιτική

Στην εξωτερική πολιτική τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Το σύστημα συμμαχιών και θεσμών υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που ονομάζαμε Pax Americana, ξεθεμελιώθηκε ανεπιστρεπτί. Η διοίκηση Τραμπ αποδομεί τις συμμαχίες, στις οποίες η Αμερική βάσισε την ηγεμονία της, επειδή οι σύμμαχοι δεν καταβάλουν το τίμημα για την προστασία που τους προσφέρει. Απαξιώνει, επίσης, τις αξίες, τους κανόνες και τις συμβάσεις που προωθούσε μεταπολεμικά η Αμερική.

Στη θέση της Pax Americana βλέπουμε ένα είδος Pax Trumpiana, έναν κόσμο στον οποίο η αμερικανική υπερδύναμη συμπεριφέρεται αλαζονικά στη διεθνή αρένα, απειλώντας φίλους και συμμάχους, επιδιώκοντας βραχυπρόθεσμα οφέλη και αδιαφορώντας για τους κινδύνους που δημιουργεί για τον εαυτό της και για τον κόσμο. Οι ΗΠΑ, αντί να ηγούνται του ελεύθερου κόσμου, συμπεριφέρονται χωρίς περιορισμούς, χωρίς σωφροσύνη, χωρίς στρατηγική, επιβάλλοντας την ισχύ τους επειδή μπορούν. Το «America first», όμως, φαινομενικά μόνο αντιστρατεύεται τους προληπτικούς πολέμους και τις καθεστωτικές αλλαγές, όπως τον πόλεμο στο Ιράν.

Γιατί ο απομονωτισμός, όπως και ένας μιλιταρισμός που αποθεώνει τη βία με το αποκαλυπτικό χριστιανικό λεξιλόγιο του υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ και τις ανατριχιαστικές αναφορές του Τραμπ για την καταστροφή του πολιτισμού του Ιράν, πέραν του ότι θα ήταν εγκλήματα πολέμου, μοιράζονται την ίδια θεμελιώδη στάση απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.

Χωρίς σχέδιο

Η ευκολία με την οποία ο Τραμπ ενέπλεξε την Αμερική στον πόλεμο χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο, χωρίς προσφυγή στους διεθνείς θεσμούς, χωρίς διαβουλεύσεις με τους συμμάχους, χωρίς σχέδιο και στρατηγική έχει οδηγήσει την Αμερική στα πρόθυρα μιας πύρρειας νίκης απέναντι σε ένα θεοκρατικό και οπισθοδρομικό καθεστώς που καταπιέζει τον λαό του και χρηματοδοτεί την τρομοκρατία.

Το Ιράν έχει διασώσει μεγάλο μέρος του βαλλιστικού πυραυλικού του οπλοστασίου, αλλά και του πυρηνικού του προγράμματος και του απεμπλουτισμένου ουρανίου. Εχει «οπλοποιήσει» τα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζοντας την παγκόσμια οικονομία και κερδίζοντας ένα διπλωματικό εργαλείο που δεν είχε. Το καθεστώς όχι μόνο δεν ανατράπηκε αλλά παραμένει ισχυρό και στην πιο σκληροπυρηνική του εκδοχή.

Οι χώρες του Περσικού Κόλπου που στήριξαν την οικονομία του πετροδολαρίου και το αφήγημα του ασφαλούς παραδείσου στην αμερικανική ασπίδα προστασίας βλέπουν το αφήγημα και την περιφερειακή ισορροπία να θρυμματίζονται. Οι σύμμαχοι της Αμερικής, αρνήθηκαν να στηρίξουν τις ΗΠΑ στον πόλεμο μετά την μεταχείριση που τους επιφύλαξε ο Τραμπ από την αρχή της θητείας του. Οι αντίπαλοι της Αμερικής ενισχύθηκαν. Η Ρωσία ευνοήθηκε από την άρση των κυρώσεων, τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος της Δύσης από το Ουκρανικό και την επιβίωση ενός δορυφορικού καθεστώτος. Η Κίνα κεφαλαιοποιεί τη δυσφορία και την έλλειψη εμπιστοσύνης πολλών χωρών προς την Αμερική και προβάλλει ως υπεύθυνη ειρηνευτική υπερδύναμη.

Η περίπτωση του πολέμου στο Ιράν είναι μια ακόμη σημειακή κρίση που σηματοδοτεί το τέλος μιας διεθνούς τάξης χωρίς να προδιαγράφει τι θα μπει στη θέση της.

Οπως, άλλωστε, είχε αναφέρει ο Χένρι Κίσινγκερ, σε μια συνέντευξή του στους «Financial Times» το 2018, ο Τραμπ «μπορεί να είναι μια από εκείνες τις προσωπικότητες που εμφανίζονται κατά καιρούς για να σηματοδοτήσουν το τέλος μιας εποχής και να μας αναγκάσουν να εγκαταλείψουμε τις παλιές παραδοχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κατανοούν ή ότι έχουν κάποιο εναλλακτικό σχέδιο».

Η Ομίχλη του Πολέμου

Η Ομίχλη του Πολέμου

Άρθρο στην εφημερίδα RealNews, Κυριακή, 22-03-2026.

Στο έργο του Περί Πολέμου ο Κλαούζεβιτς καθόρισε τον πόλεμο ως τη συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Η φράση αυτή, θεμέλιο της στρατηγικής σκέψης, σημαίνει ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι μια τυφλή πράξη βίας. Πρέπει, αντίθετα, να είναι η έσχατη επιλογή στα χέρια της πολιτικής ηγεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων και νομιμοποιημένων πολιτικών στόχων.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι για το Ισραήλ ένας υπαρξιακός πόλεμος μετά την αποτρόπαια τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου.

Για τις ΗΠΑ, όμως, η εμπλοκή στον πόλεμο είναι μια δυσεξήγητη επιλογή γιατί δεν έχει στρατηγική λογική.  

Το Ιράν αποτελεί για τις ΗΠΑ μια διαχειρίσιμη περιφερειακή απειλή. Ο συνδυασμός των οικονομικών κυρώσεων και των στρατιωτικών επιθέσεων, από Ισραήλ και ΗΠΑ, είχε άλλωστε ελαχιστοποιήσει τη δυνατότητά του να αποτελεί απειλή πέραν της Μέσης Ανατολής.

Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει διαφορετικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο δημιουργώντας σύγχυση. Από το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν, μέχρι την ύπαρξη επικείμενης πυραυλικής απειλής εναντίον της ίδιας της Αμερικής, ή την ανάγκη να υπάρξει καθεστωτική αλλαγή στο Ιράν. Tόσο όμως ο ΥΠΕΞ της Αμερικής, ο Marco Rubio, όσο και ο διοικητής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας που παραιτήθηκε, ο Joe Kent, υπονόησαν δημόσια ότι ο Τραμπ ενέπλεξε την Αμερική στον πόλεμο ενδίδοντας στην πίεση του Νετανιάχου.

Η εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, και παρά την αντίθεση της αμερικανικής κοινής γνώμης στον πόλεμο. Ο πόλεμος έγινε χωρίς καμμιά, έστω και προσχηματική, επίκληση της νομιμότητας, χωρίς την προσφυγή σε διεθνείς θεσμούς όπως ο ΟΗΕ, και χωρίς διαβούλευση με συμμάχους ή εταίρους. Μόνο εκ των υστέρων ζητείται η βοήθεια συμμάχων, που δεν ερωτήθηκαν ούτε καν ενημερώθηκαν, προκειμένου να συνδράμουν στις επιχειρήσεις στα στενά του Ορμούζ.

Πέραν του ζητήματος της πολιτικής νομιμοποίησης του πολέμου η εμπλοκή της Αμερικής στον περιφερειακό πόλεμο της Μέσης Ανατολής έχει ευρύτερες συνέπειες.

Πρώτον, οδηγεί σε ενεργειακή κρίση και, αν συνεχιστεί και κλιμακωθεί, μπορεί να οδηγήσει σε παγκόσμια οικονομική κρίση. Ήδη μετά τα χτυπήματα στα κοιτάσματα του φυσικού του αερίου το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα στοχοποιήσει τις εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ. Κάτι τέτοιο θα είχε μακροχρόνιες οικονομικές συνέπειες.

Δεύτερον, η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο οδήγησε το Ιράν στη στοχοποίηση των χωρών του Περσικού κόλπου, σε μια προσπάθεια να γενικευτεί το κόστος της κρίσης αλλά και να αυξηθεί η πίεση από τις χώρες αυτές προς τις ΗΠΑ για τον τερματισμό του πολέμου. Αυτό όμως θρυμματίζει την εικόνα του ασφαλούς παραδείσου που είχαν οικοδομήσει τα κράτη αυτά, που προσπόριζε οφέλη στα ίδια αλλά λειτουργούσε και ως ένα ελκυστικό παράδειγμα για το μέλλον ολόκληρης της περιοχής. Επιπλέον, η διοίκηση Τραμπ, με τους προληπτικούς πολέμους και την απειλή καθεστωτικής αλλαγής, επαναλαμβάνει τα λάθη των νεο-συντηρητικών στη Μέση Ανατολή, τα οποία αποκήρυσσε μετά βδελυγμίας. Λάθη που οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση του ισλαμικού στοιχείου, άφησαν πίσω τους αποτυχημένα κράτη όπως το Ιράκ η Συρία και η Λιβύη, και αποσταθεροποίησαν την περιοχή. 

Τρίτον, μπορεί να υπάρχουν πρόσκαιρα κόστη για Ρωσία και Κίνα, όπως η εξουδετέρωση ενός ακόμη δορυφόρου για την πρώτη, μετά τη Βενεζουέλα και τη Συρία, και ενεργειακά για τη δεύτερη. Μακροπρόθεσμα, όμως, η πολιτική της Αμερικής με την απαγωγή του Μαδούρο, τις απειλές προσάρτησης του Καναδά, της Γροιλανδίας, και εσχάτως της Κούβας, την απαξίωση των συμμάχων της και του ΝΑΤΟ, και την ευκολία της προσφυγής  στη μονομερή και προληπτική χρήση βίας ευνοούν τις αναθεωρητικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα.

Ιδιαίτερα, οι βομβαρδισμοί “ακριβείας” σε αστικά κέντρα που αναπόφευκτα οδηγούν σε απώλειες αμάχων, και η καταστροφή υποδομών καθιερώνουν και νομιμοποιούν πρακτικές που παραβιάζουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και τα άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.  

Επιπλέον, η ασάφεια των πολιτικών στόχων, παρά τις τακτικές στρατιωτικές επιτυχίες, ενέχει τα σπέρματα της στρατηγικής αποτυχίας. Οι αεροπορικές επιδρομές όσο αποτελεσματικές και να είναι δεν μπορούν να οδηγήσουν στην πτώση ενός καθεστώτος. Το θεοκρατικό και αυταρχικό καθεστώς του Ιράν έχει προετοιμαστεί χρόνια για έναν ασύμμετρο πόλεμο φθοράς, αποφασισμένο να απορροφήσει τα χτυπήματα από τις τεχνολογικά και στρατιωτικά υπέρτερες δυνάμεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Έχει αποκεντρώσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ώστε να μην επηρεάζεται από τη δολοφονία των ηγετών του. Έχει αποκεντρώσει το βαλλιστικό του οπλοστάσιο ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα προβολής απειλής, ιδιαίτερα καθώς θα φθείρεται η αντιπυραυλική ασπίδα των αντιπάλων. Η στρατηγική του καθεστώτος αποσκοπεί στην επιβίωσή του. Αυτό θα θεωρηθεί νίκη.

Για τις ΗΠΑ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το πιθανότερο είναι κάποια στιγμή ο Τραμπ ενώπιον της κλιμακούμενης οικονομικής κρίσης, της πίεσης των χωρών του κόλπου, της κοινής γνώμης αλλά και μέρους του κινήματος MAGA, να δηλώσει ότι οι στόχοι επιτεύχθηκαν, η Αμερική νίκησε και να αποχωρήσει από τον πόλεμο. Υπάρχει όμως και το σενάριο της κλιμάκωσης. Είτε των βομβαρδισμών είτε μέσω μιας χερσαίας εισβολής, που εξακολουθεί να συντηρεί η αμερικανική ηγεσία. Μιας αμφίβιας επιχείρησης για την κατάληψη της νησίδας Kharg στον Περσικό κόλπο, που είναι ο κύριος τερματικός σταθμός εξαγωγών του 90% του Ιρανικού αργού πετρελαίου, ή μιας χερσαίας επιχείρησης για την κατοχή των κανίστρων με το εμπλουτισμένο ουράνιο του Ιράν. Και οι δυο, όμως,  έχουν μάλλον απαγορευτικό  βαθμό ρίσκου. Το πλέον λογικό σενάριο είναι η επιβολή μιας σκληρής στρατιωτικής ανάσχεσης, και οικονομικών κυρώσεων, μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, για τον διαρκή περιορισμό ενός ήδη αποδυναμωμένου καθεστώτος. Αυτή όμως η αποκλιμάκωση προϋποθέτει την συναίνεση του Ισραήλ.

Τζέσε Τζάκσον 1941-2026: Μετατρέποντας το “Όνειρο” σε Πολιτική Πραγματικότητα

Τζέσε Τζάκσον 1941-2026: Μετατρέποντας το “Όνειρο” σε Πολιτική Πραγματικότητα

Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, 28-02/ 01-03-2026.

Η εικόνα του Jesse Jackson να κλαίει με λυγμούς στην επινίκια ομιλία του Ομπάμα στο Σικάγο το 2008, συμπυκνώνει την Οδύσσεια των Αφροαμερικανών. Ο Jesse Jackson ήταν ο Αφροαμερικανός ακτιβιστής πολιτικός που συνέδεσε δυο εποχές.  Αυτός που παρέλαβε τη σκυτάλη των κοινωνικών αγώνων για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων από τον Martin Luther King και την παρέδωσε στον Obama. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή των κατακτήσεων του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα σε πολιτική πραγματικότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για την εκλογή του πρώτου Αφροαμερικανού  προέδρου.

Όλη του η πολιτεία ήταν ένα επίμονο κάλεσμα για ενότητα, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Ήταν χαρισματικός, με βλέμμα που λαμπύριζε από το πάθος των ανεκπλήρωτων ονείρων, και πολιτικό λόγο που είχε τον παθιασμένο ρυθμό των γκόσπελς της Mahalia Jackson, των θρησκευτικών τραγουδιών των αφροαμερικανών του Νότου.

Παρά τις αρετές του, όμως, μπορούσε να είναι ματαιόδοξος, φλύαρος και επιρρεπής σε υπερβολές.Τρεις μόλις εβδομάδες μετά την έναρξη της πρώτης εκστρατείας του, σε ανεπίσημη συζήτηση με δημοσιογράφους, χρησιμοποίησε προσβλητικούς όρους για τον εβραϊκό πληθυσμό της Νέας Υόρκης. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν σάλο που τον ακολούθησε για χρόνια. Όταν δολοφονήθηκε ο King, στο Μέμφις το 1968, άφησε να εννοηθεί ότι ήταν ο τελευταίος που του μίλησε και ότι κρατούσε το κεφάλι του ενώ ξεψυχούσε. Άλλοι παρόντες είπαν ότι αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Ο Jackson γεννήθηκε ως Jesse Burns, νόθο παιδί του πυγμάχου Noah Robinson και της Helen Burns στο Greenville της Νότιας Καρολίνας. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Charles Jackson, και ο Jesse πήρε το επώνυμό του όταν ήταν 15 ετών.  Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια βιώνοντας την απόρριψη του βιολογικού του πατέρα. Ο νόθος γιός του πυγμάχου από το Greenville της Νότιας Καρολίνας, έπρεπε να σπάσει τα δεσμά όχι μόνο των φυλετικών διακρίσεων αλλά και της κοινωνικής ανυποληψίας, τη ρετσινιά του νόθου. Θυμόταν πάντοτε τις δύο βρύσες νερού στο αρτοποιείο όπου εργαζόταν τα Σάββατα το πρωί, μια για τους λευκούς και μια για τους μαύρους, και την πρώτη φορά που η μητέρα του τον οδήγησε στο πίσω μέρος του λεωφορείου που επιτρεπόταν να κάθονται οι Αφροαμερικανοί.

Το 1965 μετείχε στην πορεία για τα δικαιώματα ψήφου των Αφροαμερικανών στη Selma της Αλαμπάμα. Παρά την ψήφιση του Civil Rights Act το 1964 από την κυβέρνηση του Lyndon Johnson, οι πολιτείες του Νότου αρνούνταν να παραχωρήσουν εκλογικά δικαιώματα στους Αφροαμερικανούς. Οι Αφροαμερικανοί οργάνωσαν πορείες από τη Selma στο Montgomery της Alabama, αλλά αντιμετωπίστηκαν με βίαιη καταστολή, με αποκορύφωμα την Ματωμένη Κυριακή (Bloody Sunday) στις 7 Μαρτίου του 1965. Ο καρπός αυτών των κινητοποιήσεων, που είχαν ως επικεφαλής τον Martin Luther King, τον John Lewis  και άλλους, ήταν η ψήφιση του Voting Rights Act, στις 6 Αυγούστου του 1965, του νόμου που απαγόρευσε τις φυλετικές διακρίσεις στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.  Ο Jackson εντυπωσίασε τον King, ο οποίος του προσέφερε θέση στο Southern Christian Leadership Conference (SCLC), έναν από τους βασικούς φορείς του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.

Το 1984 αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να διεκδικήσει ο ίδιος την προεδρία. Ίδρυσε τον Εθνικό Συνασπισμό Ουράνιου Τόξου (National Rainbow Coalition) ως όχημα μιας εκστρατείας από τη βάση. Στις προκριματικές εκλογές τερμάτισε τρίτος πίσω από τον γερουσιαστή Gary Hart και τον πρώην αντιπρόεδρο Walter Mondale, ο οποίος έλαβε τελικά το χρίσμα. Η ομιλία του στο συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σαν Φρανσίσκο αποτέλεσε ίσως τη συναισθηματική κορύφωση της προεκλογικής εκστρατείας του κόμματος απέναντι στον Ronald Reagan. «Η εκλογική μου βάση είναι οι απελπισμένοι, οι καταραμένοι, οι αποκληρωμένοι, οι απαξιωμένοι και οι περιφρονημένοι. Είναι ανήσυχοι και αναζητούν απελευθέρωση” δήλωνε ο Jackson από το βήμα του Συνεδρίου.  Ήταν, όμως, η εποχή του Reagan και της Thatcher, η εποχή του επελαύνοντος οικονομικού νεοφιλελευθερισμού.

Δοκίμασε ξανά το 1988, αυτή τη φορά ως ισχυρός πλέον παράγοντας του Δημοκρατικού κόμματος. Στη «Σούπερ Τρίτη» του Μαρτίου κατέλαβε την πρώτη ή δεύτερη θέση στις περισσότερες πολιτείες. Τελικά το χρίσμα έλαβε ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Δουκάκης. Στο συνέδριο του κόμματος στην Ατλάντα κάλεσε τους Δημοκρατικούς να στοιχηθούν πίσω από την πολυφυλετική και πολυπολιτισμική  Συμμαχία του Ουράνιου τόξου. «Όταν φτιάξουμε ένα μεγάλο πάπλωμα ενότητας, θα έχουμε τη δύναμη να φέρουμε υγειονομική περίθαλψη, στέγη, εργασία, εκπαίδευση και ελπίδα στο έθνος μας. Εμείς, ο λαός, μπορούμε να νικήσουμε. Να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή.»

Ο Jesse Jackson μπορεί να μην κέρδισε το χρίσμα αλλά πέτυχε την ενεργοποίηση των μαύρων ψηφοφόρων και τη μετατόπιση του Δημοκρατικού κόμματος προς κοινωνικά προοδευτικότερες θέσεις. Το Rainbow Coalition ήταν το κάλεσμα για τη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος από τις περιθωριοποιημένες ομάδες, Αφροαμερικανούς, Λατίνους, Ινδιάνους, Λοάτκι, στη βάση της ταυτότητας. Η ιδέα του για έναν πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό συνασπισμό, ενδυναμωμένο από μια παρεμβατική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων στην αμερικανική ζωή, παρέμεινε κεντρική στην προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος. Ήταν ο πρόδρομος του woke culture του Δημοκρατικού κόμματος στα χρόνια που ακολούθησαν και ενέπνευσε τα κινήματα όπως το Black Lives Matter.

Σε αντίθεση με έναν άλλο Αφροααμερικανό ηγέτη, τον Malcolm X, ο Jackson δεν αμφισβήτησε ποτέ το αμερικανικό σύστημα. Επιδίωξε, αντίθετα, την πολιτική ενσωμάτωση των Αφροαμερικανών και, ως ένα βαθμό, κατάφερε να μεταφράσει τα αιτήματα τους σε εκλογική δύναμη και θεσμική επιρροή. Ενώ η δολοφονία και ο πρόωρος θάνατος των  Martin Luther King και του Malcolm X τους έδωσε μυθική διάσταση, ο Jackson έζησε αρκετά ώστε να μην αποφύγει τη φθορά του πολιτικού χρόνου.  

Γιατί η πολιτική Τραμπ δεν αποτελεί μια παρένθεση

Γιατί η πολιτική Τραμπ δεν αποτελεί μια παρένθεση

LIFO PODCASTS, 11-02-2026.

Ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, μιλάει για την οπισθοδρόμηση των ΗΠΑ, την Ε.Ε. και το μέλλον της Ελλάδας.

O καθηγητής Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος και διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» σκιαγραφεί ένα διεθνές περιβάλλον βαθιάς αστάθειας, στο οποίο οι βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών καταρρέουν. Όπως αναφέρει, η πολιτική Τραμπ δεν αποτελεί μια παρένθεση αλλά το σύμπτωμα βαθιών δομικών αλλαγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και την άνοδο μιας ακραίας δεξιάς που έχει καταλάβει την εξουσία. Η Ευρώπη, σημειώνει, απέτυχε να διαβάσει έγκαιρα αυτήν τη μετατόπιση και σήμερα έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες.

Στο νέο αυτό πλαίσιο, η απαξίωση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Τραμπ έχει κλονίσει τη διατλαντική συμμαχία, καθώς το βασικό της θεμέλιο, η εμπιστοσύνη, έχει υπονομευθεί. Η Ευρώπη βρίσκεται, σύμφωνα με τον καθηγητή, σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό σταυροδρόμι: είτε θα κινηθεί αποφασιστικά προς τη στρατηγική αυτονομία, με εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης και συγκρότηση πραγματικής αμυντικής ισχύος, είτε θα περιθωριοποιηθεί ιστορικά.

Ωστόσο αναγνωρίζει τον ρεαλισμό της θέσης ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να επιτευχθεί άμεσα. Στη μεταβατική αυτή περίοδο απαιτείται μια νέα κατανόηση με τις ΗΠΑ, που θα βασίζεται στην αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, στην ανάληψη μεγαλύτερων διοικητικών ρόλων στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ευθύνη για το επιχειρησιακό σκέλος της ασφάλειας στην ήπειρο και το περιβάλλον της. Μόνο έτσι, υπογραμμίζει, μπορεί να διατηρηθεί η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα μέχρι να ωριμάσουν οι προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Παρά τις σχετικές διακηρύξεις, τα βήματα της Ε.Ε. παραμένουν αργά, ενώ πλέον υπάρχει σαφής αίσθηση κατεπείγοντος.

Για το Ουκρανικό, επισημαίνει ότι δεν πρέπει να επιλυθεί με τρόπο που θα υπονομεύει τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης. Μια άτακτη ή «ισπανική» υποχώρηση, λέει, θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της ρωσικής επιθετικότητας και θα άνοιγε τον δρόμο για νέες αναθεωρητικές κινήσεις, ενδεχομένως και σε άλλα κράτη.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο καθηγητής σημειώνει ότι το παραδοσιακό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής –επίκληση του διεθνούς δικαίου, συμμετοχή σε θεσμούς και στενή σχέση με τη Δύση– δεν επαρκεί πλέον από μόνο του. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι όροι ισχύος, η χώρα οφείλει να πολλαπλασιάσει τη δύναμή της μέσω συμμαχιών, ισχυρής αποτροπής και ενίσχυσης της αμυντικής της αξιοπιστίας. Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη μετάβασης σε μια προληπτική, ενεργητική διπλωματία, που θα τοποθετεί έγκαιρα τα ελληνικά συμφέροντα στην ατζέντα των μεγάλων δυνάμεων. Στο ίδιο πνεύμα, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώνει η ίδια την ατζέντα των επαφών της, όπως στην επικείμενη συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο, προτού αυτή επιβληθεί απ’ έξω, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις αποκλειστικά με όρους ισχύος. Η Τουρκία, σημειώνει, κινείται διαχρονικά με εκβιαστική διπλωματία και απειλή χρήσης βίας, ωστόσο εκτιμά ότι θα διστάσει να προβεί σε ενέργειες εναντίον της Ελλάδας, καθώς η ελληνική αποτρεπτική ισχύς είναι ουσιαστική και το κόστος για την Άγκυρα θα ήταν εξαιρετικά υψηλό.

Συνέντευξη εφ´ όλης της ύλης στην Αλεξία Τασούλη, στο κανάλι της Ναυτεμπορικής, για τις διεθνείς εξελίξεις.

Συνέντευξη εφ´ όλης της ύλης στην Αλεξία Τασούλη, στο κανάλι της Ναυτεμπορικής, για τις διεθνείς εξελίξεις.

Συνέντευξη εφ´ όλης της ύλης στην Αλεξία Τασούλη, στο κανάλι της Ναυτεμπορικής, για τις διεθνείς εξελίξεις

06 Φεβρουαρίου 2026