- 27 Ιουλίου 2026
- Arvanitopoulos_Team
- ΑΡΧΙΚΗ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ, ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
- Comments are Closed
- 0
Το μέλλον των Ευρωαμερικανικών σχέσεων και η Κίνα
Άρθρο στην εφημερίδα RealNews, 26-07-2026
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και καθ᾽ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Ευρώπη στηρίχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για την άμυνα και την ασφάλειά της. Και οι δύο πλευρές του Ατλαντικού, όμως, επωφελήθηκαν από αυτή τη ρύθμιση. Το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό οικονομικό θαύμα αλλά και το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα ήταν αδύνατα χωρίς την αμερικανική εγγύηση ασφάλειας. Αλλά και οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν την πλανητική ηγεμονία τους χωρίς μια ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη. Αμερική και Ευρώπη θεμελίωσαν τη μεταπολεμική δυτική φιλελεύθερη τάξη στη βάση κοινών αξιών, αρχών και συμφερόντων. Οι κοινές ευρωαμερικανικές προκλήσεις, μετά την ήττα του φασισμού και του ναζισμού, ήταν η απειλή του κομμουνισμού, η στήριξη της δημοκρατίας και της ελευθερίας και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η εξασθένιση της σοβιετικής απειλής αλλά και η άνοδος της Κίνας οδήγησαν σταδιακά στη μείωση της γεωπολιτικής αξίας της Ευρώπης για την Αμερική και στον ταυτόχρονο αναπροσανατολισμό του γεωπολιτικού ενδιαφέροντός της προς την Ασία. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έχει στραφεί προς την Ασία, φέρνοντας στην εξουσία άτομα με πολιτική επιρροή που δεν έχουν ισχυρό ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αυτός ο γεωπολιτικός αναπροσανατολισμός αντανακλάται και στις τάσεις της αμερικανικής κοινής γνώμης.
Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή μετανάστευση στις ΗΠΑ μειώνεται και, κατά συνέπεια, μειώνεται και ο ρόλος των Ευρωπαίων στη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου των ΗΠΑ. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για την Ευρώπη είναι μια τάση που είναι ιδιαίτερα εμφανής στη μείωση του ενδιαφέροντος για τις ευρωπαϊκές σπουδές στα αμερικανικά πανεπιστήμια.
Οι γεωπολιτικές αυτές αλλαγές, σε συνδυασμό με την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, δημιούργησαν μια βαθιά πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων. Από την πρώτη τετραετία Τραμπ δημιουργήθηκε χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Η επιθετική και διχαστική ρητορική του Τραμπ αποξένωσε τους Ευρωπαίους. Οι δηλώσεις του ότι η Ε.Ε. είναι «εχθρός» ή «ανταγωνιστής», ότι η Γερμανία είναι «πολύ κακή» και «αιχμάλωτη της Ρωσίας», ότι το ΝΑΤΟ είναι «παρωχημένο» και πολλές άλλες προσέβαλαν τους Ευρωπαίους ηγέτες και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Θεωρήθηκε παρορμητικός και απρόβλεπτος, λαμβάνοντας μονομερείς αποφάσεις, όπως η απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Γερμανία, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η πρώτη τετραετία Τραμπ ενίσχυσε την αντίληψη ότι υπήρχε, πλέον, μια δομική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και στην αμερικανική κοινή γνώμη. Η πρώτη που εξέφρασε αυτή την ανησυχία ήταν η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ με τη δήλωσή της ότι «πρέπει να πάρουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας». Η Μέρκελ εξέφρασε αυτό που πολλοί Ευρωπαίοι φοβούνται, ότι ο Τραμπ με το «America first», την αντιπάθειά του προς την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ οδηγεί την ατλαντική συμμαχία σε στρατηγική αποσύνδεση (strategic decoupling). Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη προχώρησε στη διακήρυξη του δόγματος της «στρατηγικής αυτονομίας», τοποθετώντας το στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Στη δεύτερη τετραετία Τραμπ τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν κρύβει την αποστροφή του για την Ενωμένη Ευρώπη. Δεν θέλει την Ευρώπη της συνεργασίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την Ευρώπη της οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Θέλει την Ευρώπη του ανταγωνισμού των μεσαίων δυνάμεων, την Ευρώπη του αυταρχισμού, των σφαιρών επιρροής. Ταυτόχρονα ξεθεμελιώνει τους διεθνείς θεσμούς της μεταπολεμικής δυτικής τάξης που η ίδια η Αμερική δημιούργησε και εξυπηρέτησαν τα αμερικανικά και τα δυτικά συμφέροντα για ογδόντα χρόνια.
Την ίδια στιγμή που η Δύση εμφανίζεται διαιρεμένη και σε τροχιά στρατηγικής αποσύνδεσης (strategic decoupling), η Κίνα αναδύεται ως η πλέον σοβαρή στρατηγική πρόκληση για τα αμερικανικά αλλά και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Δεν αμφισβητεί μόνο τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέροντα στη νοτιοανατολική Ασία. Με το μεγαλεπήβολο γεωπολιτικό σχέδιό της «One belt, one road initiative» (Μία ζώνη, μία οδός), προσπαθεί να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στην ευρασιατική ήπειρο. Η αυξημένη οικονομική και πολιτική παρουσία της Κίνας στην Ευρώπη έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη ανησυχία μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ευρώπη δεν ταυτίζεται με τις ΗΠΑ όσον αφορά τον καθορισμό των σχέσεών της με την Κίνα. Οπως είπε ο Εμανουέλ Μακρόν, «έχουμε το δικαίωμα να μην είμαστε εχθροί των εχθρών των φίλων μας». Οταν ρωτήθηκαν οι Ευρωπαίοι σε μια δημοσκόπηση ποια πλευρά θα πρέπει να υποστηρίξει η χώρα τους σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, η συντριπτική πλειοψηφία απάντησε «καμία». Για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της Κίνας, όμως, οι δύο πυλώνες της Δύσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη, θα πρέπει να διαμορφώσουν μια κοινή στρατηγική τουλάχιστον στους κρίσιμους τομείς.
Η εξωτερική πολιτική της νέας αμερικανικής Δεξιάς και του Τραμπ για την αντιμετώπιση της Κίνας εφηύρε το επιχείρημα της προσέγγισης της Ρωσίας, αποσκοπώντας στην απαγκίστρωσή της από την Κίνα. Ηταν το ριμέικ του ανοίγματος της Αμερικής προς την Κίνα τη δεκαετία του ’70 επίνευσης Νίξον, Κίσινγκερ προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η διοίκηση Τραμπ, δηλαδή, επιχειρούσε μια αμφιλεγόμενη προσέγγιση ενός αντιπάλου (Ρωσία), που τελικά δεν απέδωσε, την ίδια ώρα που απομάκρυνε έναν παραδοσιακό και δοκιμασμένο σύμμαχο (Ευρώπη).
Για την αντιμετώπιση της αναδυόμενης πλανητικής δύναμης της Κίνας και τις προκλήσεις που θέτει σε επίπεδα τεχνολογίας, καινοτομίας, άμυνας και πολιτισμού, η Αμερική χρειάζεται πολύ περισσότερο την Ευρώπη από ό,τι τη Ρωσία. Αυτό διαμορφώνει συνθήκες για ένα Νέο Σύμφωνο του Ατλαντικού, μια πιο ισότιμη στρατηγική σχέση ανάμεσα σε Ευρώπη και Αμερική, με ένα νέο καταμερισμό έργου. Η Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσει τη συμμετοχή της στις αμυντικές δαπάνες της Συμμαχίας, να αναλάβει περισσότερες και σημαντικότερες θέσεις ευθύνης και να έχει την επιχειρησιακή ευθύνη για τον ευρωπαϊκό και τον όμορο χώρο. Αυτό θα αποδεσμεύσει αμερικανικές δυνάμεις και κονδύλια για την αμερικανική στροφή προς την Ασία (pivot to Asia). Μια τέτοια στρατηγική κατανόηση, ένα Νέο Ατλαντικό Σύμφωνο, θα μπορούσε να οδηγήσει τη διατλαντική συμμαχία, η οποία ταλαντεύεται μεταξύ μιας κατάστασης «στρατηγικής εξάρτησης» της Ε.Ε. που επιθυμούν οι Αμερικανοί και ενός μέλλοντος «στρατηγικής αυτονομίας» που επιδιώκουν οι Ευρωπαίοι, σε μια ενδιάμεση, εφικτή και αμοιβαία επωφελή στάση «στρατηγικής συμπληρωματικότητας». Και θα δώσει τη δυνατότητα για μια ελάχιστη συνεννόηση και κοινή πολιτική στους κύριους τομείς του σινο-δυτικού ανταγωνισμού.