Σάββατο 07 Μαρτίου 2026, εκπομπή Ζωή.gr
Μπορείτε να ακούσετε το ηχητικό απόσπασμα εδώ
Μπορείτε να ακούσετε το ηχητικό απόσπασμα εδώ
Η εικόνα του Jesse Jackson να κλαίει με λυγμούς στην επινίκια ομιλία του Ομπάμα στο Σικάγο το 2008, συμπυκνώνει την Οδύσσεια των Αφροαμερικανών. Ο Jesse Jackson ήταν ο Αφροαμερικανός ακτιβιστής πολιτικός που συνέδεσε δυο εποχές. Αυτός που παρέλαβε τη σκυτάλη των κοινωνικών αγώνων για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων από τον Martin Luther King και την παρέδωσε στον Obama. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή των κατακτήσεων του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα σε πολιτική πραγματικότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για την εκλογή του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου.
Όλη του η πολιτεία ήταν ένα επίμονο κάλεσμα για ενότητα, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Ήταν χαρισματικός, με βλέμμα που λαμπύριζε από το πάθος των ανεκπλήρωτων ονείρων, και πολιτικό λόγο που είχε τον παθιασμένο ρυθμό των γκόσπελς της Mahalia Jackson, των θρησκευτικών τραγουδιών των αφροαμερικανών του Νότου.
Παρά τις αρετές του, όμως, μπορούσε να είναι ματαιόδοξος, φλύαρος και επιρρεπής σε υπερβολές.Τρεις μόλις εβδομάδες μετά την έναρξη της πρώτης εκστρατείας του, σε ανεπίσημη συζήτηση με δημοσιογράφους, χρησιμοποίησε προσβλητικούς όρους για τον εβραϊκό πληθυσμό της Νέας Υόρκης. Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν σάλο που τον ακολούθησε για χρόνια. Όταν δολοφονήθηκε ο King, στο Μέμφις το 1968, άφησε να εννοηθεί ότι ήταν ο τελευταίος που του μίλησε και ότι κρατούσε το κεφάλι του ενώ ξεψυχούσε. Άλλοι παρόντες είπαν ότι αυτό δεν συνέβη ποτέ.
Ο Jackson γεννήθηκε ως Jesse Burns, νόθο παιδί του πυγμάχου Noah Robinson και της Helen Burns στο Greenville της Νότιας Καρολίνας. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Charles Jackson, και ο Jesse πήρε το επώνυμό του όταν ήταν 15 ετών. Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια βιώνοντας την απόρριψη του βιολογικού του πατέρα. Ο νόθος γιός του πυγμάχου από το Greenville της Νότιας Καρολίνας, έπρεπε να σπάσει τα δεσμά όχι μόνο των φυλετικών διακρίσεων αλλά και της κοινωνικής ανυποληψίας, τη ρετσινιά του νόθου. Θυμόταν πάντοτε τις δύο βρύσες νερού στο αρτοποιείο όπου εργαζόταν τα Σάββατα το πρωί, μια για τους λευκούς και μια για τους μαύρους, και την πρώτη φορά που η μητέρα του τον οδήγησε στο πίσω μέρος του λεωφορείου που επιτρεπόταν να κάθονται οι Αφροαμερικανοί.
Το 1965 μετείχε στην πορεία για τα δικαιώματα ψήφου των Αφροαμερικανών στη Selma της Αλαμπάμα. Παρά την ψήφιση του Civil Rights Act το 1964 από την κυβέρνηση του Lyndon Johnson, οι πολιτείες του Νότου αρνούνταν να παραχωρήσουν εκλογικά δικαιώματα στους Αφροαμερικανούς. Οι Αφροαμερικανοί οργάνωσαν πορείες από τη Selma στο Montgomery της Alabama, αλλά αντιμετωπίστηκαν με βίαιη καταστολή, με αποκορύφωμα την Ματωμένη Κυριακή (Bloody Sunday) στις 7 Μαρτίου του 1965. Ο καρπός αυτών των κινητοποιήσεων, που είχαν ως επικεφαλής τον Martin Luther King, τον John Lewis και άλλους, ήταν η ψήφιση του Voting Rights Act, στις 6 Αυγούστου του 1965, του νόμου που απαγόρευσε τις φυλετικές διακρίσεις στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Ο Jackson εντυπωσίασε τον King, ο οποίος του προσέφερε θέση στο Southern Christian Leadership Conference (SCLC), έναν από τους βασικούς φορείς του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.
Το 1984 αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να διεκδικήσει ο ίδιος την προεδρία. Ίδρυσε τον Εθνικό Συνασπισμό Ουράνιου Τόξου (National Rainbow Coalition) ως όχημα μιας εκστρατείας από τη βάση. Στις προκριματικές εκλογές τερμάτισε τρίτος πίσω από τον γερουσιαστή Gary Hart και τον πρώην αντιπρόεδρο Walter Mondale, ο οποίος έλαβε τελικά το χρίσμα. Η ομιλία του στο συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σαν Φρανσίσκο αποτέλεσε ίσως τη συναισθηματική κορύφωση της προεκλογικής εκστρατείας του κόμματος απέναντι στον Ronald Reagan. «Η εκλογική μου βάση είναι οι απελπισμένοι, οι καταραμένοι, οι αποκληρωμένοι, οι απαξιωμένοι και οι περιφρονημένοι. Είναι ανήσυχοι και αναζητούν απελευθέρωση” δήλωνε ο Jackson από το βήμα του Συνεδρίου. Ήταν, όμως, η εποχή του Reagan και της Thatcher, η εποχή του επελαύνοντος οικονομικού νεοφιλελευθερισμού.
Δοκίμασε ξανά το 1988, αυτή τη φορά ως ισχυρός πλέον παράγοντας του Δημοκρατικού κόμματος. Στη «Σούπερ Τρίτη» του Μαρτίου κατέλαβε την πρώτη ή δεύτερη θέση στις περισσότερες πολιτείες. Τελικά το χρίσμα έλαβε ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μάικλ Δουκάκης. Στο συνέδριο του κόμματος στην Ατλάντα κάλεσε τους Δημοκρατικούς να στοιχηθούν πίσω από την πολυφυλετική και πολυπολιτισμική Συμμαχία του Ουράνιου τόξου. «Όταν φτιάξουμε ένα μεγάλο πάπλωμα ενότητας, θα έχουμε τη δύναμη να φέρουμε υγειονομική περίθαλψη, στέγη, εργασία, εκπαίδευση και ελπίδα στο έθνος μας. Εμείς, ο λαός, μπορούμε να νικήσουμε. Να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή.»
Ο Jesse Jackson μπορεί να μην κέρδισε το χρίσμα αλλά πέτυχε την ενεργοποίηση των μαύρων ψηφοφόρων και τη μετατόπιση του Δημοκρατικού κόμματος προς κοινωνικά προοδευτικότερες θέσεις. Το Rainbow Coalition ήταν το κάλεσμα για τη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος από τις περιθωριοποιημένες ομάδες, Αφροαμερικανούς, Λατίνους, Ινδιάνους, Λοάτκι, στη βάση της ταυτότητας. Η ιδέα του για έναν πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό συνασπισμό, ενδυναμωμένο από μια παρεμβατική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων στην αμερικανική ζωή, παρέμεινε κεντρική στην προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος. Ήταν ο πρόδρομος του woke culture του Δημοκρατικού κόμματος στα χρόνια που ακολούθησαν και ενέπνευσε τα κινήματα όπως το Black Lives Matter.
Σε αντίθεση με έναν άλλο Αφροααμερικανό ηγέτη, τον Malcolm X, ο Jackson δεν αμφισβήτησε ποτέ το αμερικανικό σύστημα. Επιδίωξε, αντίθετα, την πολιτική ενσωμάτωση των Αφροαμερικανών και, ως ένα βαθμό, κατάφερε να μεταφράσει τα αιτήματα τους σε εκλογική δύναμη και θεσμική επιρροή. Ενώ η δολοφονία και ο πρόωρος θάνατος των Martin Luther King και του Malcolm X τους έδωσε μυθική διάσταση, ο Jackson έζησε αρκετά ώστε να μην αποφύγει τη φθορά του πολιτικού χρόνου.
LIFO PODCASTS, 11-02-2026.
O καθηγητής Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος και διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» σκιαγραφεί ένα διεθνές περιβάλλον βαθιάς αστάθειας, στο οποίο οι βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών καταρρέουν. Όπως αναφέρει, η πολιτική Τραμπ δεν αποτελεί μια παρένθεση αλλά το σύμπτωμα βαθιών δομικών αλλαγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και την άνοδο μιας ακραίας δεξιάς που έχει καταλάβει την εξουσία. Η Ευρώπη, σημειώνει, απέτυχε να διαβάσει έγκαιρα αυτήν τη μετατόπιση και σήμερα έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, η απαξίωση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Τραμπ έχει κλονίσει τη διατλαντική συμμαχία, καθώς το βασικό της θεμέλιο, η εμπιστοσύνη, έχει υπονομευθεί. Η Ευρώπη βρίσκεται, σύμφωνα με τον καθηγητή, σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό σταυροδρόμι: είτε θα κινηθεί αποφασιστικά προς τη στρατηγική αυτονομία, με εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης και συγκρότηση πραγματικής αμυντικής ισχύος, είτε θα περιθωριοποιηθεί ιστορικά.
Ωστόσο αναγνωρίζει τον ρεαλισμό της θέσης ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να επιτευχθεί άμεσα. Στη μεταβατική αυτή περίοδο απαιτείται μια νέα κατανόηση με τις ΗΠΑ, που θα βασίζεται στην αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, στην ανάληψη μεγαλύτερων διοικητικών ρόλων στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ευθύνη για το επιχειρησιακό σκέλος της ασφάλειας στην ήπειρο και το περιβάλλον της. Μόνο έτσι, υπογραμμίζει, μπορεί να διατηρηθεί η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα μέχρι να ωριμάσουν οι προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Παρά τις σχετικές διακηρύξεις, τα βήματα της Ε.Ε. παραμένουν αργά, ενώ πλέον υπάρχει σαφής αίσθηση κατεπείγοντος.
Για το Ουκρανικό, επισημαίνει ότι δεν πρέπει να επιλυθεί με τρόπο που θα υπονομεύει τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης. Μια άτακτη ή «ισπανική» υποχώρηση, λέει, θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της ρωσικής επιθετικότητας και θα άνοιγε τον δρόμο για νέες αναθεωρητικές κινήσεις, ενδεχομένως και σε άλλα κράτη.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο καθηγητής σημειώνει ότι το παραδοσιακό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής –επίκληση του διεθνούς δικαίου, συμμετοχή σε θεσμούς και στενή σχέση με τη Δύση– δεν επαρκεί πλέον από μόνο του. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι όροι ισχύος, η χώρα οφείλει να πολλαπλασιάσει τη δύναμή της μέσω συμμαχιών, ισχυρής αποτροπής και ενίσχυσης της αμυντικής της αξιοπιστίας. Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη μετάβασης σε μια προληπτική, ενεργητική διπλωματία, που θα τοποθετεί έγκαιρα τα ελληνικά συμφέροντα στην ατζέντα των μεγάλων δυνάμεων. Στο ίδιο πνεύμα, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώνει η ίδια την ατζέντα των επαφών της, όπως στην επικείμενη συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο, προτού αυτή επιβληθεί απ’ έξω, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις αποκλειστικά με όρους ισχύος. Η Τουρκία, σημειώνει, κινείται διαχρονικά με εκβιαστική διπλωματία και απειλή χρήσης βίας, ωστόσο εκτιμά ότι θα διστάσει να προβεί σε ενέργειες εναντίον της Ελλάδας, καθώς η ελληνική αποτρεπτική ισχύς είναι ουσιαστική και το κόστος για την Άγκυρα θα ήταν εξαιρετικά υψηλό.
Συνέντευξη εφ´ όλης της ύλης στην Αλεξία Τασούλη, στο κανάλι της Ναυτεμπορικής, για τις διεθνείς εξελίξεις
06 Φεβρουαρίου 2026
Αν ζούσε ο Αβραάμ Λίνκολν
20-01-2026
Ο πρώην υπουργός Παιδείας και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, σε μία συζήτηση για τον πρώτο χρόνο του Ντόναλντ Τραμπ και τι πρόκειται να ακολουθήσει, με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA) και καθηγητή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος, Κωνσταντίνο Φίλη
«Η Ελλάδα και ο κόσμος» 17/01/2026
Στην πορεία του 2026 είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις καθορίζουν την πολιτική σε όλα τα κράτη του κόσμου.
Για αυτό και θα παρακολουθούμε μαζί με τον Κωνσταντίνο Φίλη και με επιλεγμένους ειδικούς καλεσμένους τα διαρκώς μεταβαλλόμενα μεγάλα γεγονότα.
Η Ελλάδα και ο κόσμος.
Κάθε Σάββατο στις 9 το πρωί.
Παρουσίαση: Άρης Πορτοσάλτε και Κωνσταντίνος Φίλης.
In 2016, before the US presidential election that brought Trump’s first term, Michael Anton, a conservative thinker and senior fellow at the Claremont Institute, published an article under the alias Publius Decius Mus, titled “Flight 93 Election.” Michael Anton’s article played a crucial role in convincing conservatives of the new American right, as well as the broader conservative establishment, to abandon their reservations and rally around Trump’s candidacy.
Anton’s argument to conservatives was that Trump may not have been the ideal candidate for the conservative counter-revolution, but he was aligned with their key priorities. He advocated economic nationalism, secure borders, and a foreign policy that prioritised America. Anton urged America’s serious conservative intellectuals to engage in political activism using an emotionally charged metaphor. He urged conservatives to charge the cockpit of the “American aircraft” together with Trump, just as the passengers of the ill-fated Flight 93 did on September 11, to take control and dismantle the ideological hegemony of the liberal left. “If he fails, they may not deserve the fate that will befall them, but they will suffer it regardless”. But if he succeeds, we will have a “second American Revolution that restores Constitutionalism, and limited government…”
The US National Security Strategy, published by the Trump administration in early December, exceeded the expectations of the new American right. It was a revolutionary document that completely overturned the post-war “rules-based” international order established by America, which was abided, in its basic tenets, by Democratic and Republican administrations until Trump. This text revived nationalism in the face of globalisation and economic mercantilism, declared war on immigration, and signalled America’s isolation in the Western hemisphere.
Maduro’s abduction and his transfer to American justice had all the ingredients of the new US Security Strategy. This was a unilateral action taken without convening the United Nations Security Council and without consulting either the Organization of American States or even America’s allies. It signaled the return to the realpolitik of the 19th century, gunboat diplomacy, spheres of influence, and a world where might is right. In domestic politics, the complete disregard for Congressional oversight of an act of war demonstrated the erosion of institutional checks and balances and the complete dominance of the executive branch. In other words, a drift to what Arthur Schlesinger identified as the excessive growth of presidential power beyond constitutional limits, the “Imperial Presidency”.
The dictator’s removal from power was not done to restore democracy. Trump’s statements showed that the form of the regime is not as important as its obedience to the Trump administration. Furthermore, Maduro’s removal was not only about combating drugs or grabbing Venezuela’s oil. It was a policy designed to assert American hegemony throughout the region. Hegemony in the Western Hemisphere, the Donroe Doctrine, as Trump himself called it, is the Monroe Doctrine with the addition of the “Roosevelt Corollary”, in an extreme Trumpian version.
The Monroe Doctrine of 1823 was a defensive policy by a newly formed state seeking to protect its interests in the wider region from the European colonial powers. In 1904, Theodore Roosevelt transformed the Monroe Doctrine into a doctrine of interventionism. Under the “Roosevelt Corollary”, the United States could intervene militarily in the Western Hemisphere to restore order and protect its interests. From a policy designed to exclude European powers from the Western Hemisphere, the Monroe Doctrine became the vehicle for American interventionism in Latin America. In its Trumpian version, the “Donroe Doctrine”, America proclaims that it will act unhinged in its hemisphere, from immigration and the war on drugs to the management of natural resources, regime change, renaming geographical sites, and even the annexation of territories.
America’s policies in its hemisphere revive imperialist and neo-colonial practices and divide the international chessboard into spheres of influence among the US, Russia, and China. If Venezuela, and tomorrow Greenland, are Trump’s Georgia and Ukraine, Taiwan could later be Xi’s Venezuela, and Moldova could be Putin’s Greenland.
The insistence of the Trump administration on its claims on Greenland, in particular, will test the already strained Euro-American relations and will undermine the solidarity of NATO.
European-American relations have already been tested on a number of issues from tariffs, to defense expenditures in NATO, the “burden sharing” issue, and support for Ukraine. Furthermore, the Trump administration has missed no opportunity to show its contempt for the European Union, whether in the form of Vance’s admonitions, the support of like-minded right-wing political forces in Europe, or the condescending view of Europe in the US National Security Strategy. Trump’s aversion to institutions, norms and procedures has amounted to a frontal attack on the very existence of the European Union. European leadership has responded by appeasing and cajoling Trump in an effort to salvage the Transatlantic Alliance. But sooner or later, it will have to face harsh realities. Europe was the cornerstone of the rules-based post-war international order, which the Trump administration has chosen to upend. The Trump administration is keen to a rapprochement with Russia even at the expense of its European Allies. Europe cannot depend on the American security guarantee anymore. We have returned to an international order of great power antagonism. That means that if a European version of De Gaulle’s “all-azimouth” strategy might be “a bridge too far”, certainly, European strategic autonomy has been long overdue. In Europe, we need to realise that Trump’s foreign policy is revolutionary, and the new Security Strategy and the “Donroe doctrine” have unleashed forces that threaten to bring about a domino of uncontrollable geopolitical developments.
Άρθρο στο Βήμα της Κυριακής, 11-01-2026
Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, μίλησε στην εκπομπή “Ναι μεν, αλλά”, στην Ευαγγελία Μπαλτατζή και τον Δημήτρη Τάκη για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βενεζουέλα.