Άρθρο στην εφημερίδα RealNews, 06-07-2026
Τις τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το διεθνές σύστημα χαρακτηρίστηκε από την εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης, την οικονομική αλληλεξάρτηση, την τεχνολογική πρόοδο και μια σχετική γεωπολιτική σταθερότητα. Σήμερα, το διεθνές σύστημα έχει εισέλθει σε μια εποχή μεγάλης μετάβασης. Η μετανάστευση, η κλιματική κρίση, οι ανισότητες, οι πόλεμοι και η τεχνολογική επανάσταση επιταχύνουν την Iστορία. Οι συμμαχίες μεταβάλλονται. Τα οικονομικά μοντέλα αλλάζουν. Νέες τεχνολογίες μεταβάλλουν τον τρόπο παραγωγής. Οι κοινωνίες αναζητούν νέες πολιτικές ταυτότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, η παγκοσμιοποίηση έχει επιβραδυνθεί και επιστρέφουμε σε πολιτικές προστατευτισμού, στρατηγικής αυτονομίας και ανταγωνισμού. Τα κράτη θέλουν να ελέγχουν τις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τους ημιαγωγούς και τις τεχνολογίες αιχμής. Η γεωπολιτική αστάθεια και όλες αυτές οι ραγδαίες δομικές αλλαγές αρχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά και την παγκόσμια οικονομία.
Η νευρικότητα στην αμερικανική αγορά ομολόγων είναι μια πρώτη συνέπεια που οφείλεται, κυρίως, σε τρεις παράγοντες:
• Πρώτον, στην αύξηση του πληθωρισμού, λόγω της μεγάλης ανόδου της τιμής του πετρελαίου και του ενεργειακού κόστους, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
• Δεύτερον, λόγω της αύξησης του πληθωρισμού, η αγορά δεν θεωρεί πλέον δεδομένο ότι τα επιτόκια μπορούν να επιστρέψουν γρήγορα σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
• Τρίτον, στις τεράστιες ανάγκες δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης, με το ομοσπονδιακό χρέος να έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια και τα ελλείμματα να παραμένουν πολύ μεγάλα.
Δεν έχουμε αυτή τη στιγμή «κατάρρευση εμπιστοσύνης στα αμερικανικά ομόλογα», αλλά η αγορά ζητά υψηλότερη τιμή για τον κίνδυνο που αντιλαμβάνεται. Εάν τα επιτόκια των ομολόγων διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, οι επιπτώσεις για την αμερικανική οικονομία θα είναι αλυσιδωτές. Οσο υψηλότερα τα επιτόκια, τόσο μεγαλύτερο μέρος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού θα πρέπει να κατευθύνεται σε τόκους αντί για επενδύσεις σε άμυνα, κοινωνικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις, υποδομές. Επίσης, η αγορά ομολόγων λειτουργεί ως βάση για ολόκληρο το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ηδη, τα επιτόκια δανεισμού για τα στεγαστικά δάνεια πλησιάζουν το 7%, γεγονός που πιέζει την αγορά κατοικίας.
Ακόμη σημαντικότερο, το επιτόκιο του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου λειτουργεί ως το βασικό σημείο αναφοράς (benchmark) για την τιμολόγηση του παγκόσμιου χρέους και την αξιολόγηση των επενδυτικών κινδύνων. Η άνοδος των επιτοκίων του αμερικανικού ομολόγου μεταδίδεται στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης για τους πιο αδύναμους δανειολήπτες και κράτη. Το υπέρογκο αμερικανικό χρέος, τα υψηλότερα επιτόκια ομολόγων και η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα οδηγούν τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες σε μεγαλύτερη ζήτηση χρυσού και σε μια προσπάθεια να διαφοροποιήσουν τα αποθέματά τους.
Μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 2026, η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας μετέφερε περίπου 86 τόνους χρυσού από τα αποθέματα που διατηρούσε στις ΗΠΑ και τον Καναδά προς το Λονδίνο, μειώνοντας αισθητά την έκθεσή της στη Βόρεια Αμερική. Η επίσημη απάντηση της Κεντρικής Τράπεζας της Ολλανδίας είναι «crisis preparedness» – προετοιμασία για σοβαρή κρίση. Η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας έκανε κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητο: μείωσε την ποσότητα χρυσού που έχει στη Νέα Υόρκη και την αύξησε στο Λονδίνο, επικαλούμενη την αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια. Δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας αγοράζει γεωγραφική και θεσμική ευελιξία.
Το Λονδίνο προτιμάται επειδή είναι ένας από τους βασικούς κόμβους της παγκόσμιας αγοράς φυσικού χρυσού και η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας θεωρεί ότι οι ράβδοι χρυσού που βρίσκονται εκεί μπορεί να αξιοποιηθούν γρήγορα σε περίπτωση κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι ο χρυσός έχει ξαναγίνει στρατηγικό αποθεματικό μέσο, όχι απλώς επενδυτικό μέσο. Η Ολλανδία ακολουθεί μια ευρύτερη τάση των κεντρικών τραπεζών, να αυξάνουν τη σημασία του χρυσού στα αποθεματικά τους. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι κυρώσεις, οι εμπορικοί δασμοί επηρεάζουν σημαντικά την κατανομή των αποθεματικών. Αυτό αποτελεί αρνητική εξέλιξη για την αποκλειστικότητα του δολαρίου, ακόμη και αν δεν είναι άμεση απειλή για την κυριαρχία του. Για δεκαετίες, για τις κεντρικές τράπεζες, οι ΗΠΑ, το δολάριο, τα αμερικανικά ομόλογα και οι δυτικοί χρηματοπιστωτικοί θεσμοί συγκροτούσαν ένα ασφαλές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στο σημερινό περιβάλλον της γεωπολιτικής αστάθειας και της αλλοπρόσαλλης αμερικανικής εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής πολλές κεντρικές τράπεζες επιλέγουν να αυξήσουν τα αποθεματικά τους σε χρυσό και αποδίδουν, πλέον, μεγαλύτερη αξία στον έλεγχο, στη φυσική κατοχή και στη γεωγραφική διαφοροποίηση των αποθεμάτων τους. Ερευνα του World Gold Council για το 2026 δείχνει ότι το 89% των κεντρικών τραπεζών που συμμετείχαν αναμένουν αύξηση των επίσημων αποθεμάτων χρυσού μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Το δολάριο εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το 58% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων και η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων παραμένει η βαθύτερη παγκοσμίως. Παρατηρείται, όμως πλέον, μια τάση μεγαλύτερης διαφοροποίησης. Οι κεντρικές τράπεζες μειώνουν σταδιακά το ποσοστό αμερικανικών ομολόγων στα αποθέματά τους στρεφόμενες σε αγορές χρυσού και περιφερειακά νομίσματα. Η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από τον μονοπολικό κόσμο με επίκεντρο τις ΗΠΑ και με αποθεματικό νόμισμα το δολάριο, προς ένα πολυπολικό κόσμο με πολλά χρηματοπιστωτικά κέντρα και πολλαπλά αποθεματικά. Αυτή η μετάβαση σε ένα πολυπολικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μαζί με την αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια μπορεί να πυροδοτήσει μια σοβαρή παγκόσμια οικονομική κρίση. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το τέλος της πρώτης φάσης της παγκοσμιοποίησης με επίκεντρο τη χρυσή λίρα της Αγγλίας. Το σύστημα κατακερματίστηκε, ακολούθησε μια περίοδος οικονομικής αστάθειας, υπερπληθωρισμού και τελικά το οικονομικό κραχ του 1929, που οδήγησε στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930.