Μερκελισμός

Μερκελισμός

Η θητεία της σημαδεύτηκε από κρίσεις που θα μπορούσαν να αποβούν καταστροφικές για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αλλά και τη Γερμανία την ίδια. Τις διαχειρίστηκε σε ένα επίπεδο διατήρησης ισορροπιών αλλά δεν τις μετέτρεψε σε στρατηγικές ευκαιρίες.

Transatlantic Relations After AUKUS

Transatlantic Relations After AUKUS

AUKUS was an agreement high on symbolism but low on substance.

It symbolised the continuity of the “Pivot to Asia” policy through three successive Presidencies, from Obama, to Trump, to Biden. In terms of strategic substance, however, it did not add much to existent collective security arrangements. The US and Australia were already formally bound together, along with New Zealand in a tripartite collective defense agreement (ANZUS). The signatories of AUKUS are also members of other security arrangements, such as the “Five Eyes” agreement on sharing intelligence, that includes Canada and New Zealand.

Furthermore, AUKUS is not an alliance in the strict sense of the term, in that it does not include a collective defence commitment like NATO’s Article 5does. Accordingly, it does not provide for automatic collective action in the event, let us say, of a Chinese provocation in Taiwan. All this may have amounted, in strategic terms, to a storm in a teacup, if the Biden administration had not infuriated the French and annoyed the Europeans with the way it handled the whole issue.

The French were infuriated because the largest arms export deal in French history (roughly 56 billion euros) was “stolen” from them, and to add insult to injury to Macron, it happened less than a year from the French elections. The deal was struck in secrecy, with the Americans and the Australians failing to inform the French that they were involved in parallel negotiations. This is not supposed to happen among allies and friends, and the French struck back accusing the parties involved of lies, duplicity, and a major breach of trust. The agreement was also a real blow to France’s Indo-Pacific strategy, meticulously developed over the last several years, along the Paris-New Delhi-Canberra axis.

Finally, there was the ghost of Nassau. The French felt, once again in their history, slighted by the Anglo-Saxons. In December 1962, it was the Kennedy administration that tried to appease the Macmillan government over the cancellation of the Skybolt missile project that was supposed to provide the basis of the UK’s independent nuclear deterrence. In order to appease the British, the Kennedy administration conceded to provide them with the Polaris missiles that represented a much more technologically advanced missile system. De Gaulle became outraged over the special treatment of the British by the Americans and the fact that a similar deal wasn’t extended to the French. He castigated this “Anglo-Saxon collusion” and, months later, blocked Britain’s entry into the EEC. It would be the beginning of de Gaulle’s independent foreign policy. The force de frappe, the “all azimuth strategy”, and the eventual French withdrawal from NATO’s military structure would become de Gaulle’s heretical actions within the Western camp during the apex of the Cold War.

The AUKUS agreement felt like déjà vu to the French political elite. It was no accident that the French opposition revived the Gaullist rhetoric, while the official French communiqué talked about “the need to raise loud and clear the issue of European strategic autonomy”.
If the French felt betrayed by AUKUS, the Europeans felt that the honeymoon between the European Union and the Biden administration came to an abrupt end. First, it was America’s hasty withdrawal from Afghanistan that did not give the Europeans enough time to withdraw their own people. Second, it was the troubling aspect of AUKUS that included Britain at the expense of a European member state, giving Brexiters the pretext to boast that they have delivered on their promises on a post-Brexit “Global Britain”.

AUKUS reminded Europeans that Europe’s geopolitical significance to American policymakers has declined after the dissolution of the Soviet Union and the rise of China. More importantly, it was a sad reminder that Europe is not viewed by the US as a global power with whom America needs to deepen cooperation to face common challenges.

Suddenly, Europeans realised that Trump might be gone, but his policies remain, and Biden’s comforting words on the value of transatlantic ties did not amount to much more than words. It is no coincidence that besides the offended French, the Germans, the staunchest transatlanticists of the continent, argued that AUKUS “ought to be a wake-up call for all Europeans”.

No one in Europe would argue against America’s urgent priority to focus on China’s rise and the need to deal with the challenges of China’s global agenda. The “Pivot to Asia”, however, together with the American withdrawal from other regions, send the wrong signals to other revisionist authoritarian powers such as Russia. They signal that America is receding from its role as a global hegemon, abdicating its global responsibilities. Furthermore, while America may be pivoting to Asia, China is pivoting everywhere, as its globally ambitious “Belt and Road” strategy suggests. Whereas China is emerging as a global power, America is perceived to be posturing as a regional Pacific power.

The United States needs to address the rising Chinese challenge across the globe and in every relevant policy area. In this effort, “Pivoting to Asia” will not suffice. To effectively meet the Chinese challenge, America will need to resume its global reach. Doing so will require the cooperation of the European Union, and the unity of the Transatlantic Alliance. A united West “Pivoting to Eurasia” is a much more geopolitically sensible strategy to effectively counter China’s growing challenge.

New Perspectives on the Greek Revolution

New Perspectives on the Greek Revolution

Η Έδρα Ελληνικών Σπουδών «Γεώργιος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου Harvard και η Έδρα Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» της Σχολής Fletcher του Πανεπιστημίου Tufts τιμούν την 200ή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης με τη διοργάνωση του διήμερου διεθνούς συνεδρίου με τίτλο “New Perspectives on the Greek Revolution”.
Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στις 24-25 Σεπτεμβρίου 2021.
Διακεκριμένοι επιστήμονες σε διάφορα ερευνητικά πεδία θα προσεγγίσουν το σημαντικό αυτό γεγονός της ευρωπαϊκής ιστορίας από συγκριτικές και διαχρονικές οπτικές. Έμφαση θα δοθεί στις ευρύτερες ιδεολογικές, πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές διαστάσεις του Ελληνικού αγώνα της Ανεξαρτησίας, καθώς και στην πρόσληψή του σε μεταγενέστερες περιόδους.
Το Συνέδριο θα προλογίσουν ο Έλληνας Πρόξενος στη Βοστώνη, Στράτος Ευθυμίου, και οι καθηγητές στις έδρες Καραμανλή και Σεφέρη, Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος και Παναγιώτης Ροϊλός αντίστοιχα. Θα μιλήσουν οι καθηγητές: Mark Beissinger, Alan Herinkson, Κώστας Δουζίνας, Patrice Higonnet, Χριστίνα Κουλούρη, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Κωνσταντίνα Μπότσιου, Νίκος Αλιβιζάτος, Σοφία Λαΐου, Αλέξανδρος Κύρου, Δημήτρης Καιρίδης, Ελίζαμπεθ Προδρόμου, Σπυρίδων Βλαχόπουλος, Κώστας Λάβδας, Ευάγγελος Πρόντζας, Κώστας Κωστής, Γιώργος Αλογοσκούφης και Πέτρος Βαμβακάς.
Για το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου επισκεφθείτε τις ιστοσελίδες: tinyurl.com/harvard-classics-events , tinyurl.com/karamanlis-events.
Για να παρακολουθήσετε ηλεκτρονικά το Συνέδριο μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα: tinyurl.com/greek-revolution.

Το σχολείο του 21ου αιώνα θα διαδραματίσει σύνθετο και απαιτητικό ρόλο

Το σχολείο του 21ου αιώνα θα διαδραματίσει σύνθετο και απαιτητικό ρόλο

Αυτές τις ημέρες ολοκληρώνονται οι πανελλαδικές εξετάσεις των απόφοιτων των Λυκείων για εισαγωγή στα ΑΕΙ. Εξετάσεις (όπως και του 2020) που έχουν επηρεαστεί και από τα προβλήματα που δημιούργησε η πανδημία. Επιπλέον, για τους απόφοιτους του 2021 οι όροι εισαγωγής στα ΑΕΙ άλλαξαν μόλις τον Φεβρουάριο, ενώ πάγια πολιτική στο παρελθόν αποτελούσε οι όποιες αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής να ισχύουν από την εισαγωγική τάξη του Λυκείου.

Το νέο σύστημα επιχειρεί να βάλει φραγμό στην είσοδο υποψηφίων στα ΑΕΙ με πολύ χαμηλή επίδοση, ακόμη και με 4 στα 20.  Επί ΣΥΡΙΖΑ οι μαθητές προάγονταν στο Λύκειο με Γ.Μ.Ο. 9,5. Μετά τη«διόρθωση»  προάγονται τώρα με 10, ενώ οι μαθητές στο Γυμνάσιο προάγονται με Μ.Ο. τουλάχιστον 13! Το πρόβλημα, όμως , της ποιοτικής αναβάθμισης ενός Λυκείου ήσσονος προσπάθειας, απαιτεί μια ευρύτερη και ολιστική μεταρρύθμιση.

Την περίοδο 2012-2014 δημιουργήσαμε ένα εξορθολογισμένο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ παράλληλα με ευρείες αλλαγές στο Λύκειο με στόχο τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων: Καθιερώσαμε για πρώτη φορά  την Τράπεζα Θεμάτων για την εξάντληση της διδακτέας ύλης  από τους καθηγητές σε όλη την επικράτεια και την αποφυγή δημιουργίας μαθησιακών κενών στους μαθητές. Καθιερώσαμε τη βάση του 10 στη Γλώσσα και τα Μαθηματικά για την προαγωγή των μαθητών. Καθιερώσαμε κατευθύνσεις στις Β΄ και Γ΄ τάξεις. Αυξήσαμε τις ώρες διδασκαλίας για τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, και ενισχύσαμε τα μαθήματα Γενικής Παιδείας. Καθιερώσαμε τον υπολογισμό των βαθμολογιών όλων των τάξεων  (με συγκεκριμένο εξορθολογισμό αντικειμενικότητας) για την εισαγωγή  στην Ανώτατη εκπαίδευση. Καθιερώσαμε σύστημα ουσιαστικής αξιολόγησης παντού κ.ά. Τα περισσότερα από αυτά γκρεμίστηκαν από τις επόμενες αντιμεταρρυθμίσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Το σχολείο, όμως, του 21ου αιώνα καλείται να διαδραματίσει τον πιο σύνθετο και απαιτητικό ρόλο που είχε ποτέ και  η ευελιξία και προσαρμογή του  στις νέες πραγματικές συνθήκες και απαιτήσεις είναι θέμα ατομικής προόδου και εθνικής επιβίωσης. Απαιτείται εθνικός σχεδιασμός για να αντιμετωπιστούν οι χρονίζουσες αγκυλώσεις και στρεβλώσεις του εκπαιδευτικού μας συστήματος.  Και είναι εθνικά αναγκαία, όσο ποτέ, η υπέρβαση των κομματικών και συνδικαλιστικών αγκυλώσεων και η δημιουργία πολιτικής συναίνεσης σε βασικές πολιτικές στον χώρο της παιδείας. Εύχομαι κάθε επιτυχία στους εξεταζόμενους.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο portal: www.anatropinews.gr στις 24-06-2021

Ένα νέο Ατλαντικό Σύμφωνο

Ένα νέο Ατλαντικό Σύμφωνο

Η περιοδεία Μπάιντεν στην Ευρώπη εντάσσεται σε μια σειρά κινήσεων της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και τη βελτίωση του κλίματος στις σχέσεις Ευρώπης – Αμερικής.

Ο ευρωατλαντικός χώρος, όμως, έχει υποστεί βαθιές και δομικές αλλαγές. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ευρώπη δεν έχει την ίδια γεωπολιτική σημασία για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία είναι μια μεγάλη δύναμη αλλά δεν συνιστά απειλή του ίδιου μεγέθους. Το γεωπολιτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ έχει στραφεί αμετάκλητα προς την Ασία και την πλανητική πρόκληση της Κίνας. Το μειούμενο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ευρώπη προκύπτει και από μια σειρά από άλλους παράγοντες. Στο κατεστημένο της αμερικανικής διπλωματίας, οι «ατλαντιστές», που κυριάρχησαν στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, είναι πλέον σε υποχώρηση. Τα ηνία, σταδιακά, περνούν στους «ασιάτες». Η μετανάστευση από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά. Συνακόλουθα, έχει μειωθεί δραματικά και το ενδιαφέρον για τις ευρωπαϊκές σπουδές στα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Από την άλλη πλευρά, εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο ευρωπαίος εταίρος των ΗΠΑ δεν είναι πλέον το δυτικό κομμάτι της διχοτομημένης Ευρώπης του ψυχρού πολέμου. Είναι η ενωμένη Ευρώπη από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ενιαίος δρών, είναι πληθυσμιακά, οικονομικά, και σε ήπια ισχύ, σχεδόν ισοδύναμη με τις ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρώπη σήμερα, διακηρύσσει την μετάβαση από την “στρατηγική εξάρτηση» από τις ΗΠΑ στην «στρατηγική αυτονομία».

Ευρώπη και Αμερική, όμως, εξακολουθούν να συνδέονται με κοινές αξίες και κοινά συμφέροντα, ενώ αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις και απειλές. Ο ενωμένος ευρωαμερικανικός χώρος αριθμεί το ένα δις του παγκόσμιου πληθυσμού, το 1/3 του παγκοσμίου εμπορίου, το 1/3 του παγκόσμιου ΑΕΠ, και το 60% των παγκοσμίων ξένων επενδύσεων. Η Δύση, ενωμένη, παραμένει κυρίαρχη στο πλανητικό σύστημα. Αντίθετα, η αποσύνδεση (decoupling) των δυο πλευρών του Ατλαντικού θα σημάνει μια απομονωμένη και αποδυναμωμένη Αμερική και μια ευάλωτη Ευρώπη.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της Κίνας, της κλιματικής αλλαγής, των πανδημιών, του μεταναστευτικού, της τρομοκρατίας, της τεχνολογικής επανάστασης και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, προϋποθέτουν την αρραγή ενότητα του ευρωατλαντικού χώρου.

Για να αντιμετωπιστούν οι νέες αυτές προκλήσεις και οι δομικές αλλαγές στον ευρωατλαντικό χώρο δεν αρκεί μια απλή επανεκκίνηση. Χρειάζεται ένα νέο Ατλαντικό Σύμφωνο, που να αποτυπώνει τα νέα δεδομένα.

Στα θέματα της αντιμετώπισης των πανδημιών και της κλιματικής αλλαγής η συνεργασία θα είναι άμεση και εύκολη. Στα θέματα τεχνολογίας, εμπορίου και κανονισμών τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα. Η σκιά του Τραμπ, αναγκαστικά θα σκληρύνει την στάση της κυβέρνησης Μπάϊντεν στις νέες εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Ο τελευταίος άξονας που αφορά τις αμυντικές σχέσεις και την στρατηγική είναι, ίσως, και ο πλέον κρίσιμος. Η νέα στόχευση δεν είναι, πλέον, η διάδοση, αλλά η περιχαράκωση και η διάσωση των δημοκρατιών και η ανάσχεση του αυταρχισμού.

Για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων χρειάζεται μια νέα στρατηγική σχέση. Η «στρατηγική αυτονομία» πρέπει να υπάρχει ως αξιόπιστη ευρωπαϊκή επιλογή αλλά πολιτικά και επιχειρησιακά απαιτεί χρόνο. Άλλωστε οι Ευρωπαίοι δεν οριοθεοτούν την «στρατηγική αυτονομία» αντιθετικά προς τις ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση Μπάϊντεν δίνει την ευκαιρία για την στρατηγική αναδιάταξη της διατλαντικής συμμαχίας. Να υπάρξει μια πιο ισότιμη σχέση, και μια νέα κατανομή ρόλων. Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει, πλέον, για την μετάβαση από το καθεστώς της «στρατηγικής εξάρτησης» στην διατλαντική «στρατηγική συμπληρωματικότητα».

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” στη στήλη “ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ” στις 12-06-2021.

Ο Ανδρέας με τη ματιά του Μόντιγκλ Στερνς

Ο Ανδρέας με τη ματιά του Μόντιγκλ Στερνς

Το βιβλίο του Μόντιγκλ Στερνς, που εκδόθηκε μετά θάνατον χάρη στις συγκινητικές προσπάθειες της συζύγου του, κάνει μια κριτική αλλά δίκαιη αποτίμηση της πολιτικής πορείας του Ανδρέα Παπανδρέου. Στην πραγματικότητα το βιβλίο που Στερνς εμπεριέχει τρία παράλληλα αφηγήματα.

Το πρώτο αφορά την περίπλοκη σχέση του Ανδρέα με τον πατέρα του, Γεώργιο Παπανδρέου. Μια σχέση που δοκιμάζεται από το διαζύγιο των γονιών του, και την αποχώρηση του πατέρα από την οικογενειακή εστία, μέχρι την τελική πολιτική σύγκρουση. Ο Στερνς ψηλαφεί προσεκτικά την περίπλοκη αυτή σχέση ανάμεσα στους δύο. Είναι μια σχέση αγάπης και σεβασμού αλλά μια σχέση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, πάντως, καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για να επαναπατρίσει τον Ανδρέα ως συνεχιστή μιας πολιτικής δυναστείας. Θα το καταφέρει το 1959, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα προσκαλέσει τον Ανδρέα να αναλάβει το ΚΕΠΕ.

Ο αμερικανοσπουδαγμένος Ανδρέας, έχει διαφορετικές αντιλήψεις και πιο ριζοσπαστικές ιδέες από τον πατέρα του που είναι πολιτικός παλαιάς κοπής. Ο Γεώργιος Παπανδρέου θα εξομολογηθεί χαρακτηριστικά κάποια στιγμή στον Βάσσο Λυσσαρίδη για τον Ανδρέα, «Γιατί μιλάει για την ανατροπή του κατεστημένου; Δεν καταλαβαίνει ότι το κατεστημένο είμαι εγώ;» (σελ. 132). Οι διαφορές αυτές θα τους οδηγήσουν τελικά σε σύγκρουση.

Το δεύτερο αφήγημα αφορά αυτό που ο Στερνς αποκαλεί την εσωτερική διαπάλη του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Στερνς περιγράφει τη ματαμόρφωση ενός επιτυχημένου και προοδευτικού αμερικανού οικονομολόγου σε έναν οξύ έλληνα πολιτικό, με πύρινη ρητορική. (σελ. XVI). Πως μεταμορφώνεται σιγά – σιγά και αποκτά στοιχεία του πατέρα του και στην πολιτική αλλά και στην προσωπική του ζωή (σελ. XXIV).

Το τρίτο αφήγημα αφορά τη ματιά του Στερνς στα γεγονότα της κρίσιμης μεταπολεμικής περιόδου, όπως τα είδε μέσα από τις τρεις θητείες του στην Αθήνα. Στην περίοδο αυτή τοποθετεί και τη σχέση του Ανδρέα με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην πρώτη συνάντησή τους ο νεόφερτος από την Αμερική Ανδρέας μιλάει στον Στερνς για τον Καραμανλή με κολακευτικά λόγια. Τον θεωρεί «διορατικό ηγέτη που βάζει το εθνικό πάνω από το κομματικό συμφέρον» (σελ. 59).

Η τελική ετυμηγορία του Στερνς για τον Ανδρέα είναι ανάμεικτη. Δεν αμφισβητεί τον σοσιαλιστικό ιδεαλισμό του για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Του πιστώνει τη συμβολή στην εθνική συμφιλίωση, στην εμβάθυνση του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής συνοχής.

Οταν βαθύνει η ανάμειξη του Ανδρέα στα πολιτικά πράγματα, η σχέση των δύο ανδρών θα δοκιμαστεί.

Ο Στερνς φωτίζει τους δεσμούς της CIA με το Παλάτι και περιγράφει πώς μηχανορραφούσαν για να αλλάξουν το εκλογικό σύστημα που είχε φέρει την ΕΔΑ δεύτερη δύναμη του πολιτικού συστήματος το 1958. Ο Στερνς εξηγεί πως προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να πείσουν τον Ανδρέα μέσω του διαδόχου Κωνσταντίνου να επηρεάσει τον πατέρα του προς αυτήν την κατεύθυνση (σελ. 67-70).

Τα σχέδια αυτά ανέτρεψε ο Καραμανλής με μια αιφνιδιαστική κίνηση προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές για τον Οκτώβριο του 1961 με το ισχύον εκλογικό σύστημα (σελ. 71-72).

Οπως λέει ο Στερνς, ο Καραμανλής «ήταν καλά εκπαιδευμένος ώστε να γνωρίζει πώς και πότε να κρατάει αποστάσεις από το Παλάτι, την Ακροδεξιά και τους Αμερικανούς. Καταλάβαινε ότι στον εικοστό αιώνα οι πολιτικές ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου ήταν πάντοτε ένας παράγοντας στην ελληνική πολιτική και ήταν πραγματιστής στις μεθόδους του, ώστε να κρατάει και τα δυο σε ισορροπία και τον εαυτό του στην εξουσία» (σελ. 77).

Η εκλογική επικράτηση της ΕΡΕ θα αμφισβητηθεί από την ΕΚ και τον Ανδρέα. Ο Στερνς περιγράφει τις έντονες συζητήσεις του με τον Ανδρέα για την έκταση των παρατυπιών, για τις κατηγορίες του «για βία και νοθεία» (σελ. 75). Αναφέρει μάλιστα την παραίνεσή του στον Ανδρέα να συμβουλεύσει τον πατέρα του να καταφύγει στα δικαστήρια για τη διερεύνηση τυχόν παρατυπιών (σελ. 75).

Το επίσημο τηλεγράφημα της πρεσβείας ήταν χαρακτηριστικό: «…ουδείς σοβαρός παρατηρητής της ελληνικής πολιτικής σκηνής πιστεύει ότι ο Παπανδρέου και ο ανομοιογενής συνασπισμός του διαθέτουν όση λαϊκή εμπιστοσύνη διαθέτει ο Καραμανλής…» (σελ. 76).

Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα οδήγησαν στην κλιμάκωση της αντισυστημικής ρητορικής του Ανδρέα, η οποία έγινε απειλητική. Αυτός ο αντισυστημισμός μπορεί εύκολα να απορροφηθεί από μια κοινωνία μεγάλης κινητικότητας και ευημερίας, όπως η Αμερική, γράφει ο Στερνς. Χωρίς να οδηγήσει στην αναρχία ή την πτώση της αμερικανικής δημοκρατίας (σελ. 132-133). Στην Ελλάδα αυτό ήταν δύσκολο. Και στην Αμερική, να προσθέσω, όπως αποδείχθηκε με τον Τραμπ και τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου.

Η μεταπολίτευση θα φέρει τον Ανδρέα πολιτικά αντιμέτωπο με τον Καραμανλή. «Η φήμη του Καραμανλή, όμως, για αποτελεσματική διακυβέρνηση, τον έκανε την αναπόφευκτη επιλογή για να μπει ένα τέλος στο χάος που είχε κληροδοτήσει η χούντα στο έθνος» (σελ. 89).

Ο Στερνς περιγράφει τα επιτεύγματα του Καραμανλή στη μεταπολίτευση, το πολιτειακό, το νέο Σύνταγμα, την ένταξη στην ΕΟΚ, λέγοντας ότι ήταν «σκληρή δουλειά» (σελ. 93).

Ο Ανδρέας και το ΠΑΣΟΚ θα έλθουν τελικά στην εξουσία το 1981 και ο Στερνς θα επιστρέψει στην Αθήνα ως πρέσβης πλέον. Η Αθήνα ζει τις μέρες της «Αλλαγής» και η Ουάσιγκτον το απόγειο του Ψυχρού Πολέμου στη ριγκανική εποχή. Αποκλίσεις από τη δυτική ορθοδοξία δεν συγχωρούνται. Θα χρειαστεί μεγάλη διπλωματική δεξιοτεχνία και καθαρό μυαλό για να διατηρηθεί αλώβητη η παραδοσιακή σχέση δύο συμμαχικών χωρών την εποχή εκείνη. Ευτυχώς ο Στερνς διέθετε και τα δύο.

Ο Ανδρέας αναδιπλώνεται μεν όσον αφορά τις διακηρύξεις του για έξοδο από ΕΟΚ και ΝΑΤΟ αλλά θα συνεχίσει την εμπρηστική ποπουλίστικη ρητορική. Η εγγυητική παρουσία του Καραμανλή στην προεδρία της Δημοκρατίας, όμως, θα λειτουργήσει ως δικλίδα ασφαλείας στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Τη συγκατοίκηση αυτή θα ανατρέψει ο Ανδρέας το 1985. Ο Ανδρέας προσπαθεί να εξηγήσει, και στον Στερνς, τους λόγους για την αιφνίδια μεταστροφή του. Την αποδίδει στην αντίδραση των στελεχών του ΠΑΣΟΚ στην υποψηφιότητα του Καραμανλή. Δεν τον πείθει. «Θα μπορούσε απλά να μην μου έχει πει τίποτα», αναφέρει χαρακτηριστικά (σελ. 125).

Οι δύο άνδρες θα ξανασυναντηθούν το 1993 λίγο πριν ο Ανδρέας ξαναγίνει πρωθυπουργός και συναντήσει και πάλι τον Καραμανλή σε μια νέα συγκατοίκηση. Στη συνάντηση αυτή ο Ανδρέας θα αναφερθεί απαξιωτικά στους επίδοξους διαδόχους του και ανάμεσα σε αυτούς και στον Κώστα Σημίτη. Τον μόνο που θα αναγνωρίσει ως έχοντα ηγετικά προσόντα είναι ο Γιώργος Γεννηματάς.

Η τελική ετυμηγορία του Στερνς για τον Ανδρέα είναι ανάμεικτη. Δεν αμφισβητεί τον σοσιαλιστικό ιδεαλισμό του για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Του πιστώνει τη συμβολή στην εθνική συμφιλίωση, στην εμβάθυνση του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής συνοχής. Του χρεώνει, όμως, ότι δεν προχώρησε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ότι δεν χτύπησε το πελατειακό κράτος. Περιγράφει με θαυμασμό τη λαμπρή ακαδημαϊκή του πορεία. Δεν αμφισβητεί το χάρισμα που διέθετε ούτε τις ηγετικές του ικανότητες. Είναι, ίσως, το μέγεθος αυτών των δυνατοτήτων που κάνουν το έργο του να φαίνεται ελλειμματικό και την υστεροφημία του αμφιλεγόμενη στα μάτια του Στερνς.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ‘ΤΑ ΝΕΑ” την 17/04/2021 και στην ιστοσελίδα in.gr την 19/04/2021.

Πόλωση

Πόλωση

Η ημέρα της ορκωμοσίας του νέου προέδρου στις ΗΠΑ είναι ημέρα ισχυρών συμβολισμών. Αποπνέει ίσως την ισχυρότερη εικόνα της αμερικανικής δημοκρατίας. Την εικόνα μιας θεσμικά θωρακισμένης δημοκρατίας, με την ομαλή εναλλαγή στην εξουσία να επικυρώνεται μέσα σε ένα κλίμα πολιτικού πολιτισμού, ενότητας, και εορτασμών.

Η εικόνα της φετινής ορκωμοσίας ήταν εικόνα διαίρεσης. Δυο εικόνες, δυο Αμερικές που δεν συναντήθηκαν ποτέ. Το πρωί κυριάρχησε η εικόνα του απερχόμενου Τραμπ. Αποσυνάγωγος για τους εχθρούς του, Μεσσίας για τους φανατικούς οπαδούς του, αποχώρησε αμετανόητος και υποσχόμενος να συνεχίσει το κίνημα που ξεκίνησε.

Την εικόνα αυτή διαδέχθηκε η εικόνα της «εισόδου» του νέου προέδρου. Με ένα τελετουργικό επιμελώς ενορχηστρωμένο για την αποκατάσταση του κύρους και της ενότητας της τραυματισμένης αμερικανικής δημοκρατίας.

Τόσο η εικόνα όσο και οι πρώτες ημέρες της Προεδρίας Μπάιντεν έχουν έναν κοινό παρανομαστή. Την αποκατάσταση της ενότητας, και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης.

Το αμερικανικό δικομματικό πολιτικό σύστημα, όμως, είναι ακραία πολωμένο. Τα δυο κόμματα δεν είναι πια οι πολυσυλλεκτικοί συνασπισμοί του παρελθόντος. Στο παρελθόν υπήρχε επικάλυψη αξιών, πολιτικών, και στόχων ανάμεσα στα δυο μεγάλα κόμματα. Στην προεδρική εκλογή του 1976, μόνο το 50% των αμερικανών θεωρούσε ότι το ρεπουμπλικανικό κόμμα ήταν πιο συντηρητικό από το δημοκρατικό. Το 30% θεωρούσε ότι δεν υπήρχαν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στα δυο μεγάλα κόμματα. Οι ψηφοφόροι μπορούσαν να ψηφίσουν ρεπουμπλικάνο πρόεδρο και δημοκρατικό γερουσιαστή στην ίδια εκλογή.

Σταδιακά αυτό άλλαξε. Τα δυο μεγάλα κόμματα θυσίασαν τον χαρακτήρα των πολυσυλλεκτικών συνασπισμών στο βωμό της ιδεολογικής και προγραμματικής ομοιογένειας. Η κομματική ταύτιση, που αποτελούσε αρνητική έννοια για την αμερικανική κοινωνία, όχι μόνο αυξήθηκε αλλά έγινε, κυρίως, με όρους απόρριψης και δαιμονοποίησης του αντίπαλου κόμματος.

Η πολιτική αντιπαλότητα έγινε εχθρότητα.

Η παράδοση του πολιτικού πραγματισμού, που επέτρεπε να συναντώνται στο μέσον του πολιτικού φάσματος, κατά περίσταση, δημοκρατικοί και ρεπουμπλικάνοι και να διαμορφώνουν συναινέσεις και κυβερνητικές πλειοψηφίες τελείωσε.

Δημιουργήθηκαν σιγά σιγά ιδεολογικά, κομματικά, και πολιτικά στεγανά. Σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο PEW, το 1994 το 39% των δημοκρατικών και το 26% των ρεπουμπλικάνων θεωρούσαν ότι οι φυλετικές διακρίσεις εμποδίζουν την κοινωνική κινητικότητα. Το 2017, το ποσοστό ανέβηκε στο 64% για τους δημοκρατικούς, αλλά έπεσε στο 14% για τους ρεπουμπλικάνους.

Αντίστοιχα, το 1994, 32% των δημοκρατικών και 30% των ρεπουμπλικάνων πίστευαν ότι η μετανάστευση έχει θετικά αποτελέσματα για την Αμερική. Το 2017 το ποσοστό είχε ανέβει στο 84% για τους δημοκρατικούς αλλά μόνο στο 40% για τους ρεπουμπλικάνους.

Την ίδια κομματική διαίρεση παρατηρούμε για μια σειρά κοινωνικών θεμάτων από τις αμβλώσεις ως την οπλοκατοχή, και το σύστημα υγείας.

Η ιδεολογική διαίρεση έφερε αλλαγές και στα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπούν τα δυο κόμματα. Το δημοκρατικό κόμμα έγινε το κόμμα της μορφωτικής και οικονομικής ελίτ των μητροπολιτικών κέντρων. Αντίθετα, το ρεπουμπλικανικό κόμμα έγινε το κόμμα των αγροτικών και εργατικών στρωμάτων.

Σε αυτό το πολωμένο πολιτικό περιβάλλον, τα δυο κόμματα είναι, πλέον, σε διάταξη μάχης. Υπηρετώντας το δικό τους στενά εννοούμενο συμφέρον, την δική τους μετα-αλήθεια.

Αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και για την ανενδοίαστη καταδίκη και τιμωρία του ηθικού αυτουργού της απόπειρας κατάλυσης της αμερικανικής δημοκρατίας. Αυτό αποδεικνύει πόσο δύσκολη θα είναι η αναγκαία διακομματική συνενόηση για την αντιμετώπιση των κρίσεων που αντιμετωπίζει η αμερικανική δημοκρατία.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” στη στήλη “ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ” στις 30-01-2021.

6 Ιανουαρίου 2021: Προεδρικό Πραξικόπημα

6 Ιανουαρίου 2021: Προεδρικό Πραξικόπημα

Η εισβολή στο αμερικανικό Καπιτώλιο ήταν το αποκορύφωμα μιας προμελετημένης θεσμικής εκτροπής σχεδιασμένης και υποκινημένης από τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ. Η θεσμική εκτροπή άρχισε από την ευθεία αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος από τον Τραμπ την επομένη της ήττας του. Συνεχίστηκε, παρά την απόρριψη των αβάσιμων κατηγοριών από δικαστήρια όλων των βαθμίδων της αμερικανικής Δικαιοσύνης, μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο. Κλιμακώθηκε με το μπούλινγκ και τους εκβιασμούς αμερικανών αξιωματούχων, από τον ίδιο τον Τραμπ και τους λακέδες του, σε Πολιτείες-κλειδιά για την ανατροπή της ετυμηγορίας του αμερικανικού λαού. Και κορυφώθηκε με την υποκίνηση της εφόδου στο Καπιτώλιο. Ο Τραμπ, αφού εξαγρίωσε τον όχλο με εμπρηστική και διχαστική ρητορική μίσους, τον έστρεψε εναντίον του Καπιτωλίου.

Το Καπιτώλιο παραβιάστηκε για δεύτερη φορά στην αμερικανική ιστορία. Το 1814, κατά τη διάρκεια του αμερικανο-βρετανικού πολέμου, ήταν οι Βρετανοί που εισέβαλαν στην Ουάσιγκτον και έκαψαν κυβερνητικά κτίρια και το Καπιτώλιο. Αυτή τη φορά ο εχθρός ήταν εντός των τειχών.

Η κατάληψη του Καπιτώλιου και οι σκηνές χάους που ακολούθησαν έφεραν συνειρμούς του εμπρησμού της Ράιχσταγκ. Η Αμερική βρέθηκε ένα βήμα από την κήρυξη στρατιωτικού νόμου από τον Τραμπ, με πρόσχημα τις αναταραχές και την κατάλυση της δημοκρατίας.

Η αμερικανική δημοκρατία τελικά επιβίωσε από το πιο βίαιο stress test της ιστορίας της. Βγαίνει, όμως, βαριά τραυματισμένη από τα γεγονότα της Τετάρτης και συνολικά από την τετραετία Τραμπ. Ο Τραμπ εκμεταλλεύτηκε τα συστημικά προβλήματα της αμερικανικής δημοκρατίας για να αναρριχηθεί στην εξουσία. Επένδυσε στις ανισότητες. Εργαλειοποίησε τις αγωνίες των φτωχότερων στρωμάτων και μετέτρεψε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε ένα τζακσονικό κόμμα λαϊκιστικού εθνικισμού. Με υπόρρητο ρατσισμό απευθύνθηκε στον λευκό φυλετισμό της Αμερικής και όξυνε τις φυλετικές διακρίσεις.

Η τραμπική καλτ περσόνα, κάτι μεταξύ λαϊκιστή τηλε-ευαγγελιστή και παρουσιαστή ριάλιτι σόου, με έναν παραληρηματικό και διχαστικό λόγο εγκλώβισε αρκετούς «πιστούς» σε μια εικονική πραγματικότητα. Ο Τραμπ, όμως, αποδείχθηκε πέρα από λαϊκιστής δημαγωγός ένας αυταρχικός επίδοξος δικτάτορας.

Με παντελή έλλειψη σεβασμού για την ελευθερία του λόγου, τις νόρμες της δημοκρατίας και τη διάκριση των εξουσιών, διέφθειρε το ήθος και τους θεσμούς της αμερικανικής δημοκρατίας. Εκμεταλλεύτηκε την ανασφάλεια των πολιτών για να οδηγήσει μια ανοιχτή κοινωνία, όπως η Αμερική, στην οπισθοδρόμηση και στον φυλετισμό των κλειστών κοινωνιών. Η υπερδύναμη, που βασίστηκε στον ορθολογισμό, στις επιστήμες και στην καινοτομία, κυβερνήθηκε από ένα πρόεδρο που αναπαρήγαγε τη συνωμοσιολογία και τις δεισιδαιμονίες του Διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Η Hannah Arendt έγραψε για την «κοινοτοπία του κακού» για να εξηγήσει το πέρασμα στον ολοκληρωτισμό. Ο Τραμπ έκανε κάτι χειρότερο. Νομιμοποίησε το κακό. Από τον λευκό φυλετισμό, τον ρατσισμό, τον σεξισμό μέχρι τους κάθε λογής δικτάτορες.

Η αλήθεια είναι ότι ο Τραμπ χειραγώγησε ένα Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που είχε σταδιακά διολισθήσει σε ακραίες θέσεις. Μετρήσεις δείχνουν ότι η ρεπουμπλικανική βάση εμπιστεύεται περισσότερο τους ισχυρούς ηγέτες από το πολιτικό σύστημα και τη δημοκρατία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 45% των Ρεπουμπλικάνων ενέκρινε την επίθεση στο Κογκρέσο και μόνο το 27% το θεώρησε απειλή για τη δημοκρατία.

Ακόμη και μετά τα γεγονότα,133 Ρεπουμπλικανοί της Βουλής των Αντιπροσώπων και 8 γερουσιαστές συνέχισαν στη γραμμή Τραμπ, προσπαθώντας με ενστάσεις να φέρουν προσκόμματα στην επικύρωση των αποτελεσμάτων. Η αποστασιοποίηση της ηγεσίας του κόμματος από τον Τραμπ, μετά τα γεγονότα, είναι περισσότερο κίνηση τακτικής για την αποφυγή ευθυνών. Το σοβαρό συντηρητικό κομμάτι των Ρεπουμπλικανών φαίνεται να έχει αποξενωθεί από τους τραμπιστές και να μιλάει δημόσια, πλέον, για τη δημιουργία νέου συντηρητικού κόμματος γύρω από το Lincoln Project.

Η νέα κυβέρνηση καλείται να αντιστρέψει μια πορεία φθοράς μέσα σε ένα βεβαρημένο περιβάλλον μιας πανδημικής και οικονομικής κρίσης. Μετά το Κραχ του 1929 η Αμερική ανένηψε, κέρδισε τον πόλεμο και οικοδόμησε μια παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη. Σήμερα, όμως, η Αμερική είναι βαθιά διχασμένη, οι φυγόκεντρες δυνάμεις πολλές και οι προκλήσεις μεγαλύτερες. Ο Μπάιντεν μίλησε για συνασπισμό δημοκρατιών για τη διάσωση της δημοκρατίας στον κόσμο, αλλά θα πρέπει πρώτα να διασφαλίσει τη διάσωση της δημοκρατίας στην ίδια την Αμερική.

Το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατίας μας αφορά όλους. Η φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη και η εβδομηντακονταετής ειρήνη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Ήταν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας στην Ιστορία. Και δεν οφείλεται στην αυτόματη εξάπλωση της ιδεολογικής ηγεμονίας των αρχών του Διαφωτισμού. Οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχές και οι αξίες της δημοκρατίας και της ελευθερίας ήταν αρχές και αξίες που προωθήθηκαν και στηρίχθηκαν από την υπερδύναμη του συστήματος, τις ΗΠΑ. Παρά τα σοβαρά ιστορικά λάθη-εξαιρέσεις του συγχρωτισμού με δικτατορικά καθεστώτα μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Η πτώση της αμερικανικής δημοκρατίας θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες όχι μόνο για την Αμερική αλλά και για τον ελεύθερο κόσμο.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 10-01-2021.

Στρατηγική συμπληρωματικότητα

Στρατηγική συμπληρωματικότητα

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες υποδέχθηκαν με ανακούφιση την ήττα Τραμπ στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Μια δεύτερη τετραετία Τραμπ θα ήταν καταστροφική για τις ευρωαμερικανικές σχέσεις, και την δημοκρατία ως συστατική αξία του ευρωατλαντικού χώρου. Θα ενίσχυε τις δυνάμεις του αυταρχισμού και στις ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη. Μια δεύτερη τετραετία Τραμπ θα έφερνε και την πλήρη αποσυναρμολόγηση του θεσμικού οικοδομήματος της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης.

Η νέα αμερικανική κυβέρνηση προσανατολίζεται σε μια σειρά κινήσεων, που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη και θα βελτιώσουν το κλίμα στις σχέσεις Ευρώπης – Αμερικής.

Ο Μπάιντεν θα επαναπροσδιορίσει την σημασία του ΝΑΤΟ. Θα επιστρέψει στην συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για μια βελτιωμένη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν. Θα ηγηθεί, επίσης, της αναμόρφωσης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Ο ευρωατλαντικός χώρος, όμως, έχει υποστεί βαθιές και δομικές αλλαγές. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ευρώπη δεν έχει την ίδια γεωπολιτική σημασία για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία είναι μια μεγάλη δύναμη αλλά δεν συνιστά απειλή του ίδιου μεγέθους. Το γεωπολιτικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ έχει στραφεί αμετάκλητα προς την Ασία και την πλανητική πρόκληση της Κίνας. Το μειούμενο ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ευρώπη προκύπτει και από μια σειρά από άλλους παράγοντες. Στο κατεστημένο της αμερικανικής διπλωματίας, οι «ατλαντιστές», που κυριάρχησαν στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, είναι πλέον σε υποχώρηση. Τα ηνία, σταδιακά, περνούν στους «ασιάτες». Η μετανάστευση από την Ευρώπη προς τις ΗΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά. Συνακόλουθα, έχει μειωθεί δραματικά και το ενδιαφέρον για τις ευρωπαϊκές σπουδές στα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Από την άλλη πλευρά, εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον ευρωπαϊκό χώρο. Ο ευρωπαίος εταίρος των ΗΠΑ δεν είναι πλέον το δυτικό κομμάτι της διχοτομημένης Ευρώπης του ψυχρού πολέμου. Είναι η ενωμένη Ευρώπη από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ενιαίος δρών, είναι πληθυσμιακά, οικονομικά, και σε ήπια ισχύ, σχεδόν ισοδύναμη με τις ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρώπη σήμερα, διακηρύσσει την μετάβαση από την “στρατηγική εξάρτηση» από τις ΗΠΑ στην «στρατηγική αυτονομία».

Ευρώπη και Αμερική, όμως, εξακολουθούν να συνδέονται με κοινές αξίες και κοινά συμφέροντα, ενώ αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις και απειλές. Ο ενωμένος ευρωαμερικανικός χώρος αριθμεί το ένα δις του παγκόσμιου πληθυσμού, το 1/3 του παγκοσμίου εμπορίου, το 1/3 του παγκόσμιου ΑΕΠ, και το 60% των παγκοσμίων ξένων επενδύσεων. Η Δύση, ενωμένη, παραμένει κυρίαρχη στο πλανητικό σύστημα. Αντίθετα, η αποσύνδεση (decoupling) των δυο πλευρών του Ατλαντικού θα σημάνει μια απομονωμένη και αποδυναμωμένη Αμερική και μια ευάλωτη Ευρώπη.

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της Κίνας, της κλιματικής αλλαγής, των πανδημιών, του μεταναστευτικού, της τρομοκρατίας, της τεχνολογικής επανάστασης και της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, προϋποθέτουν την αρραγή ενότητα του ευρωατλαντικού χώρου.

Για να αντιμετωπιστούν οι νέες αυτές προκλήσεις και οι δομικές αλλαγές στον ευρωατλαντικό χώρο δεν αρκεί μια απλή επανεκκίνηση. Χρειάζεται ένα νέο Ατλαντικό Σύμφωνο, που να αποτυπώνει τα νέα δεδομένα.

Σε μια ασυνήθιστη πρωτοβουλία, για τα ιστορικά δεδομένα των ευρωαμερικανικών σχέσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε μια ατζέντα διαλόγου σε τέσσερις άξονες. Έχει σημειολογικό ενδιαφέρον ότι η πρωτοβουλία εκδηλώνεται τρεις μόλις εβδομάδες μετά την εκλογή Μπάϊντεν. Οι θεματικές συγκλίνουν με τις προτεραιότητες Μπάϊντεν. Στους πρώτους δυο άξονες, δηλαδή στην αντιμετώπιση της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής η συνεργασία θα είναι άμεση και εύκολη. Στα θέματα τεχνολογίας, εμπορίου και κανονισμών τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα. Η σκιά του Τραμπ, αναγκαστικά θα σκληρύνει την στάση της κυβέρνησης Μπάϊντεν στις νέες εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Ο τελευταίος άξονας που αφορά τις αμυντικές σχέσεις και την στρατηγική είναι, ίσως, και ο πλέον κρίσιμος. Η νέα στόχευση δεν είναι, πλέον, η διάδοση, αλλά η περιχαράκωση και η διάσωση των δημοκρατιών και η ανάσχεση του αυταρχισμού.

Για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων χρειάζεται μια νέα στρατηγική σχέση. Η «στρατηγική αυτονομία» πρέπει να υπάρχει ως αξιόπιστη ευρωπαϊκή επιλογή αλλά πολιτικά και επιχειρησιακά απαιτεί χρόνο. Άλλωστε οι Ευρωπαίοι δεν οριοθεοτούν την «στρατηγική αυτονομία» αντιθετικά προς τις ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση Μπάϊντεν δίνει την ευκαιρία για τη στρατηγική αναδιάταξη της διατλαντικής συμμαχίας. Να υπάρξει μια πιο ισότιμη σχέση, και μια νέα κατανομή ρόλων. Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει, πλέον, για την μετάβαση από το καθεστώς της «στρατηγικής εξάρτησης» στην διατλαντική «στρατηγική συμπληρωματικότητα».

Στα συμπεράσματα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τουρκία αναφέρεται ότι η “Ε.Ε. θα επιδιώξει να συντονισθεί σε θέματα που αφορούν την Τουρκία και την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο με τις ΗΠΑ”. Σε δυο γραμμές πρώτη η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει την ανάγκη «στρατηγικής συμπληρωματικότητας» και συνεννόησης στα μεγάλα προβλήματα.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στη στήλη ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ στις 19-12-2020.

Transatlantic relations after the COVID-19 pandemic

Transatlantic relations after the COVID-19 pandemic

Abstract
This article analyses how the COVID-19 pandemic has affected the relationship between Europe and the US, and provides suggestions on how transatlantic cooperation should be taken forward. The pandemic has increased public distrust of the US in Europe due to the way the former has chosen to respond to COVID-19. However, this article argues that the pandemic has mainly accelerated existing transatlantic differences rather than creating new ones. To restore the transatlantic relationship, Europe and the US should strengthen their cooperation on common challenges such as climate change, health security, China, terrorism and migration. COVID-19 has highlighted the limitations of nationalist and unilateral policies in confronting global challenges. It may, in the end, provide the impetus for a rejuvenated transatlantic partnership and build a renewed sense of transatlantic solidarity.

Keywords
EU, US, Transatlantic relationship, COVID-19, China, International relations

Introduction
The novel coronavirus (COVID-19) pandemic has not outright caused changes in international relations. Rather, it has reinforced and accelerated fundamental characteristics of the international system that had already appeared before the crisis (Haass 2020a, 2). The same holds true for its effect on transatlantic relations.

The reputation of the US has declined sharply over the past year, even among its key allies and partners. For example, just 41% of the public in the UK express a favourable opinion of the US. In France, only 31% see the US positively, and in Germany only 26% (Wike et al. 2020). Never in the history of Pew polling has the US ranked this low. This decline has been the result of its handling of the pandemic and of concerns about racial injustice following the 25 May killing of George Floyd in Minneapolis, which led to massive protests in major cities of the US. Views of the administration of President Donald J. Trump have also deteriorated further, with a median of only 16% expressing confidence in him in the 13 countries surveyed (Wike et al. 2020).

Attitudes and public opinion aside, the pandemic is the latest in a series of mutual grievances between the two sides of the Atlantic over defence spending, trade, lack of consultation and much more. National responses to the pandemic brought about more grievances and tension.

In the face of medical supply shortages, both the United States and Europe turned inward. Washington ordered the 3M company to halt its export of N95 masks and to reroute its overseas production to the United States as part of a broader effort to meet domestic demand. The
European Union banned the export of face shields, gloves, masks, and protective garments for the same reason. (Donfried and Ischinger 2020, 1)

This transatlantic disarray opened a window of opportunity that Russia and China rushed to exploit. China, in particular, saw a chance to improve its image, which had been tarnished by its disastrous initial reaction of denial and cover up that had helped to spread the disease. It engaged in a massive public relations campaign, sending medical staff, gloves and masks to many European countries.

This article argues that, although COVID-19 has affected the transatlantic relationship negatively, US and European positions on several major issues had been diverging even before the pandemic. These include policy disagreements over Iraq, the Kyoto Protocol, the International Criminal Court, the Paris Climate Agreement, the nuclear deal with Iran, tariffs, digital taxation and the relocation of the US embassy in Israel to Jerusalem (Brattberg and Whineray 2020, 2). Trump’s unilateral withdrawal from the World Health Organization in the midst of a pandemic, and his refusal to join an international vaccine effort involving more than 170 nations has made things even worse. To restore the transatlantic relationship, Europe and the US should strengthen their cooperation on common challenges such as climate change, health security, China, terrorism and migration. Given that COVID-19 has highlighted the limitations of nationalist and unilateral policies in confronting global challenges, it may, in the end, provide the impetus for a rejuvenated transatlantic partnership and build a renewed sense of transatlantic solidarity.

The rest of the article is divided into four sections. The first provides a brief overview of transatlantic relations under the Trump administration. The second looks at how the transatlantic alliance oscillates between ‘strategic dependence’ and a future of ‘strategic autonomy’, even though the most sensible and mutually beneficial posture would be ‘strategic complementarity’. The third looks at the increasing strategic significance of China, and how US and European policies towards Beijing shape the transatlantic relationship. The fourth and final section concludes the article.

Transatlantic relations under Trump
The Trump administration has widened the rift between the two sides of the Atlantic. Trump’s offensive and divisive rhetoric has alienated Europeans. His comments on the EU being a ‘foe’ or ‘competitor’, Germany being ‘very bad’ and a ‘captive of Russia’, NATO being ‘obsolete’ and so many others have insulted European leaders and offended European public opinion. He is perceived as impulsive and unpredictable, making unilateral decisions such as the withdrawal of US forces from Syria or Germany without prior consultation with European Allies (Brattberg and Whineray 2020).

Europeans loathe Trump’s transactional approach to foreign policy with its emphasis on making gains in short-term deals rather than in managing long-term relationships. They have a hard time understanding his antagonising of America’s allies and dismantling of international institutions that were built under the leadership of the US and, for the most part, have served American interests well. His rhetoric and policies have sapped confidence in his leadership in general and his commitment to the transatlantic partnership in particular (Arvanitopoulos 2019).

His handling of the pandemic has further eroded trust in his leadership. The belief in Europe that the ‘adults in the room’, that is, the seasoned professionals that occupy key positions in the administration, would temper his erratic behaviour came crumbling down with the pandemic. Trump has shown total disrespect for science and scientists in his handling of the pandemic and thus has exacerbated the crisis.

Finally, the pandemic has highlighted the ‘spillover effect’ of Trumpism in Europe. Views of Trump are more positive among Europeans who have favourable views of right-wing populist parties. Consequently, positive ratings of America’s response to the pandemic are linked to support for right-wing populist parties and political ideology within several countries. ‘Those on the extreme right are more likely to think that the US has done a good job handling the outbreak’ (Wike et al. 2020).

The Trump Presidency and the evolution of American public opinion have created significant political uncertainty in Europe about the future of transatlantic relations. European policymakers are trying to understand and assess whether these recent developments reflect a permanent change and divergence between the two sides of the Atlantic or whether they represent temporary trends. Differences on policy issues, quarrels over ‘burden sharing’ and clashes in the personalities of the leaderships have often appeared along the trajectory of the transatlantic partnership. They have not, so far, managed to create a permanent and irreparable rift between the two sides of the Atlantic.

The US reaction to the pandemic, however, has reinforced the notion that the direction of the Trump administration reflects a structural change in US foreign policy and American public opinion. The first to express this concern was German Chancellor Angela Merkel with her statement on ‘taking our fate into our own hands’ during the first skirmishes with the Trump administration and Trump’s visit to Europe. Following Trump’s announcement of the US withdrawal from the Iran nuclear deal, Merkel came back with a stronger statement: ‘it is not the case that the United States of America will simply protect us. Instead, Europe must take its destiny in its own hands. That is our job for the future’ (Merkel 2018).

And so the concept of ‘strategic autonomy’ has become the focal point of European policy. EU member states have signed a new defence agreement for Permanent Structured Cooperation, a legally binding framework for the most willing and able member states to work on project-based joint capability development. In addition, they have established a joint European Defence Fund, for which the European Council proposed a €7.014 billion budget for 2021–7 in July. They have also created smaller EU Battlegroups to respond to and prevent crises (Nováky 2017).

Strategic complementarity
The asymmetry in power between Europe and the US, the notion of the ‘uneven barbell’ in the defence area, created a European dependence on the US for its security during the Cold War which continues to persist. American pre-eminence was conceded by the Europeans in return for American nuclear protection. Both sides of the Atlantic benefited from this arrangement. The EU could not have sustained its pan-European dream without the American security guarantee, and the US could not have maintained a strong global reach without a powerful and self-sufficient Europe. European free-riding in defence was allowed because a united Western Europe was considered vital in the overarching American Cold War strategy.

The eclipse of the Soviet threat after the collapse of the USSR and the rise of China have led the US to increasingly abdicate its responsibilities for Europe and ‘pivot to Asia’. Trump’s hostility to NATO and the EU has sent Europeans back to the drawing board. The European vision of ‘strategic autonomy’, on the other hand, has raised scepticism in the US. ‘US policymakers would prefer Europeans to spend more on military power within the confines of NATO, an idea that is based on the assumption that a more capable Europe would still follow the United States’ lead’ (Polyakova and Haddad 2020). It is unlikely, however, that Europe with a defence capability will blindly follow the US.

US policymakers face a dilemma: ‘do they prefer to maintain a weak and divided Europe that is aligned with their interests and dependent on US power? Or are they ready to deal with a more forceful and autonomous partner that will sometimes go against their favoured policies?’ (Polyakova and Haddad 2020). Aside from legitimate fears of unnecessary duplication with the NATO alliance, the Trump administration’s negative stance towards European defence cooperation is counterintuitive. Increased European spending on defence addresses the ‘burden sharing’ issue, and the strengthening of European forces benefits both NATO and the EU.

The strengthening of European defence should gently situate the transatlantic alliance, which oscillates between a condition of ‘strategic dependence’ and a future of ‘strategic autonomy’, in the sensible and mutually beneficial posture of ‘strategic complementarity’.
This outcome would be more easily facilitated by a new US administration. For many Europeans, Trump, with his ‘America first’ slogan and his antipathy towards the EU and NATO, has forfeited his ability to bring unity to the transatlantic partnership.

Pivot to Eurasia
There seems to be an additional reason for the growing psychological distancing between the US and Europe. Europeans are concerned that the eastern American establishment, which had traditionally been dominant in US policy formulation, is no longer in control. US foreign policy has shifted towards Asia, bringing to power people of political influence without a strong European orientation. This estrangement is not only due to high politics, but also to trends in demographics and public opinion. European immigration to the US is declining and, consequently, the role of Europeans in shaping the US political landscape is also declining (Ganesh 2020).

The lack of interest in Europe is a trend particularly evident in the falling interest in European studies at American universities. This declining interest in Europe has come about as a result of the fact that Europe is no longer the strategic theatre of geopolitics. The dissolution of the Soviet Union, its succession by a declining Russia and the rise of China have moved the geopolitical pendulum to Asia.

China poses a serious challenge to American and Western interests. It is not only challenging American geopolitical interests in South-East Asia, but with its grand geopolitical design of the ‘One Belt One Road Initiative’, it is trying to alter the balance of power in the Eurasian landmass. It also poses a challenge to the global economic system and the Western liberal order (Arvanitopoulos 2019).

The US ‘pivot to Asia’ preceded the Trump administration. It was a policy created under the Obama–Biden administration and will certainly not be reversed by a Biden Presidency. The truth of the matter is that since George W. Bush all presidents have followed a policy of disengagement from Europe that has differed only in scope and style.

Concern with Asia is not a new element of US foreign policy. There has always been a strong tradition of US involvement in Asia, dating all the way back to Andrew Jackson and Theodore Roosevelt. In 1906 Roosevelt was the first American president to be awarded the Nobel Peace Prize for his backchannel efforts to broker the Treaty of Portsmouth that ended the Russo-Japanese war. The US, a continental nation reaching
from the Atlantic to the Pacific, has always kept one eye to the west, like the Roman god Janus. The shift to the Pacific is here to stay. The Quad, the new security forum formed of the US, Japan, Australia and India, is a response to the rising challenge of China. ‘The call of Asia is too loud in Washington’ (Ganesh 2020).

The US–China feud under the Trump administration has mainly been about trade issues. His withdrawal from the Trans-Pacific Partnership Agreement was a result of his fixation on the idea that every transaction ought to be a zero-sum game, with a winner and a loser. Trump was eager to strike his own bilateral trade deal with China and sell it to his electorate in glowing terms. It was only after the COVID-19 pandemic hit the US that Trump’s rhetoric towards China became bellicose. Now that the ‘Chinese virus’ was threatening his presidency, the rhetoric of his administration shifted to pitting the ‘free world’ against a new ‘tyranny’. A Democratic administration is more likely to put values and human rights at the centre of its foreign policy towards China.

On the other hand, China’s increased economic and political footprint in Europe has led to growing concern among policymakers. The absence of a unified policy approach has given China increased leverage on a bilateral basis with EU member states. The size of Chinese investments has led some critics to suggest that Chinese money could replace Russian energy as a source of significant influence in Europe. In response to these concerns, the European Commission promoted, and the European Parliament adopted legislation requiring transparency and screening of Chinese investments, more controls over potential Chinese dumping, and more scrutiny of China’s offers to provide debt-based infrastructure financing and low-cost loans (Congressional Research Service 2019). In March 2019, the EU released a new EU–China Strategic Outlook, which stated that China is an economic competitor in the pursuit of technological leadership, and a systemic rival promoting alternative models of governance. This document requires all member states doing business with China to ensure compliance with EU law, rules and policies (European Commission and High Representative of the Union for Foreign Affairs and Security Policy 2019).

Europe will not strictly follow the US lead when it comes to defining its relationship with China. As Macron put it, ‘we have the right not to be outright enemies with our friends’ enemies’ (Economist 2019). When Europeans were asked in a poll, which side, if any, their country should take in a US–China conflict, their overwhelming answer was neither (Ganesh 2020). At the same time, there is a security concern in Europe with
respect to its technology base and its 5G networks. China’s role in connecting billions of sensitive information and communication technology systems in crucial sectors has become a concern not only in the US but in Europe as well.

If security concerns in Europe and the US are one aspect of a common approach regarding China, the other is the issue of values and democracy. It is the alternative political model that China presents, and more importantly, the revenue it offers to struggling governments that give weak democracies the capacity to pull away from the West. This dynamic is most apparent in Eastern Europe and the Balkans, where China has made major infrastructure investments (Kendall-Taylor and Shullman 2018). This became particularly evident during the pandemic crisis, when China engaged in a massive public relations campaign by airlifting medical equipment to win the hearts and minds of the citizens of these states.

The defence of the Western ideals of democracy, freedom and human rights; a free market economy; and the security of the West are better served by a common approach and a strong transatlantic partnership. The US may be pivoting to Asia, but China has been pivoting to Europe through a series of bilateral agreements with member states and heavy investments. The Belt and Road Initiative exceeds regional ambitions and is indicative of China’s global aspirations. America’s ‘pivot to Asia’ is a regional response to a global challenge that defies the geopolitical concept of Eurasia as an undivided space. To meet the challenge of China, the two pillars of the West, the US and Europe, need to form a unified response across Eurasia.

Conclusion
Since 1985, the world has faced a number of pandemic crises, from Aids, SARS and Ebola, to H1N1 and COVID-19. Despite the nationalisation of the immediate response to the current crisis, citizens and policymakers on both sides of the Atlantic increasingly realise that an effective response to the problem requires more, rather than less, cooperation. Europe and the US need to work together to tackle this and future pandemics. This cooperation must be based ‘on an agreed transatlantic pandemic strategy that defines what constitutes a pandemic, explains protocols for early containment and mitigation, and details how to manage the outbreak collectively if it spreads globally’ (Donfried and Ischinger 2020).

The US and Europe should work together to reform and strengthen the World Health Organization so that it can provide ‘an early warning commitment not only by national governments but also by regional health authorities, research labs, and companies to report outbreaks of epidemic diseases’ (Donfried and Ischinger 2020). Pandemics, however, are just one of the many global challenges that require enhanced cooperation between the two sides of the Atlantic. Climate change is becoming the defining issue of the twenty-first century, and one that no single country can tackle on its own (Haass 2020b, 192). Terrorism, cybersecurity and the proliferation of weapons of mass destruction are some of the other global challenges that we face today that require a strong transatlantic partnership.

Migration and refugee issues are becoming a serious problem in world affairs. Whether people leave their countries for economic reasons, to avoid conflicts and civil wars or, increasingly, because of climate change, the numbers are rising. Currently, there are some 250 million migrants in the world (Haass 2020b, 123). This is another global problem that requires increased cooperation. This holds especially true for the EU and the US, since they have the capacity to address the causes and conditions that lead to migration and it is in both their interests to do this.

The COVID-19 crisis has highlighted the limitations of nationalist and unilateral policies in confronting global challenges. The pandemic and the numerous other global challenges we face may, in the end, provide the impetus for a rejuvenated transatlantic partnership and ‘build a renewed sense of transatlantic solidarity that can last through this emergency and beyond’ (Donfried and Ischinger 2020).

References
Arvanitopoulos, C. (2019). The renewal of vows: A new transatlantic chapter for Europe and America. The Wilfried Martens Centre for European Studies. Brussels.
Brattberg, E., & Whineray, D. (2020). How Europe views transatlantic relations ahead of the 2020 U.S. election. Carnegie Endowment for International Peace. 20 February.
Congressional Research Service. (2019). The European Union and China. 1 April. https://fas.org/sgp/crs/row/IF10252.pdf. Accessed 22 October 2020.
Donfried, K., & Ischinger, W. (2020). The pandemic and the toll of transatlantic discord. Foreign Affairs, 18 April.
Economist. (2019). Emmanuel Macron in his own words (English): the French president’s interview with The Economist. 7 November. https://www.economist.com/europe/2019/11/07/emmanuel-macron-in-his-own-words-english. Accessed 22 October 2020.
European Commission & High Representative of the Union for Foreign Affairs and Security Policy. (2019). EU–China – A strategic outlook. Joint Communication, JOIN (2019) 5 final, 12 March. https://ec.europa.eu/commission/sites/beta-political/files/communication-eu-chinaa-strategic-outlook.pdf. Accessed 22 October 2020.
Ganesh, J. (2020). Why America no longer looks to Europe. Financial Times, 9 October.
Haass, R. (2020a). The pandemic will accelerate history rather than reshape it. Foreign Affairs, 7 April.
Haass, R. (2020b). The world: A brief introduction. New York: Penguin Press.
Kendall-Taylor, A., & Shullman, D. (2018). How Russia and China undermine democracy. Can the West counter the threat? Foreign Affairs, 2 October. https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-10-02/how-russia-and-china-undermine-democracy. Accessed 22 October 2020.
Merkel, A. (2018). Speech at the ceremony awarding the International Charlemagne Prize to French President Emmanuel Macron. Aachen, 10 May. https://www.bundesregierung.de/breg-en/chancellor/speech-by-federal-chancellor-dr-angela-merkel-at-the-ceremony-awarding-
the-international-charlemagne-prize-to-french-president-emmanuel-macron-in-aachenon-10-may-2018-1008554. Accessed 22 October 2020.
Nováky, N. (2017). In brief: Permanent Structured Cooperation: Engines ignited but not yet liftoff. Wilfried Martens Centre for European Studies. 14 November.
Nováky, N. (2018). In brief: New American scepticism on EU defence cooperation. Wilfried Martens Centre for European Studies. March.
Polyakova, A., & Haddad, B. (2019). Europe alone: What comes after the Transatlantic Alliance. Foreign Affairs, July/August.
Wike, R., Fetterolf, J., & Mordecai, M. (2020). U.S. image plummets internationally as most say country has handled coronavirus badly. Ratings for Trump remain poor. Pewresearch.org, 15 September. https://www.pewresearch.org/global/2020/09/15/us-image-plummets-internationally-as-most-say-country-has-handled-coronavirus-badly/. Accessed 22 October 2020.