Flight 93, the Donroe Doctrine, and Gunboat Diplomacy

Flight 93, the Donroe Doctrine, and Gunboat Diplomacy

https://www.martenscentre.eu/blog, 15 January 2026.

In 2016, before the US presidential election that brought Trump’s first term, Michael Anton, a conservative thinker and senior fellow at the Claremont Institute, published an article under the alias Publius Decius Mus, titled “Flight 93 Election.” Michael Anton’s article played a crucial role in convincing conservatives of the new American right, as well as the broader conservative establishment, to abandon their reservations and rally around Trump’s candidacy. 

Anton’s argument to conservatives was that Trump may not have been the ideal candidate for the conservative counter-revolution, but he was aligned with their key priorities. He advocated economic nationalism, secure borders, and a foreign policy that prioritised America. Anton urged America’s serious conservative intellectuals to engage in political activism using an emotionally charged metaphor. He urged conservatives to charge the cockpit of the “American aircraft” together with Trump, just as the passengers of the ill-fated Flight 93 did on September 11, to take control and dismantle the ideological hegemony of the liberal left. “If he fails, they may not deserve the fate that will befall them, but they will suffer it regardless”. But if he succeeds, we will have a “second American Revolution that restores Constitutionalism, and limited government…”

The US National Security Strategy, published by the Trump administration in early December, exceeded the expectations of the new American right. It was a revolutionary document that completely overturned the post-war “rules-based” international order established by America, which was abided, in its basic tenets, by Democratic and Republican administrations until Trump. This text revived nationalism in the face of globalisation and economic mercantilism, declared war on immigration, and signalled America’s isolation in the Western hemisphere. 

Maduro’s abduction and his transfer to American justice had all the ingredients of the new US Security Strategy. This was a unilateral action taken without convening the United Nations Security Council and without consulting either the Organization of American States or even America’s allies. It signaled the return to the realpolitik of the 19th century, gunboat diplomacy, spheres of influence, and a world where might is right. In domestic politics, the complete disregard for Congressional oversight of an act of war demonstrated the erosion of institutional checks and balances and the complete dominance of the executive branch. In other words, a drift to what Arthur Schlesinger identified as the excessive growth of presidential power beyond constitutional limits, the “Imperial Presidency”. 

The dictator’s removal from power was not done to restore democracy. Trump’s statements showed that the form of the regime is not as important as its obedience to the Trump administration. Furthermore, Maduro’s removal was not only about combating drugs or grabbing Venezuela’s oil. It was a policy designed to assert American hegemony throughout the region. Hegemony in the Western Hemisphere, the Donroe Doctrine, as Trump himself called it, is the Monroe Doctrine with the addition of the “Roosevelt Corollary”, in an extreme Trumpian version.

The Monroe Doctrine of 1823 was a defensive policy by a newly formed state seeking to protect its interests in the wider region from the European colonial powers. In 1904, Theodore Roosevelt transformed the Monroe Doctrine into a doctrine of interventionism. Under the “Roosevelt Corollary”, the United States could intervene militarily in the Western Hemisphere to restore order and protect its interests. From a policy designed to exclude European powers from the Western Hemisphere, the Monroe Doctrine became the vehicle for American interventionism in Latin America. In its Trumpian version, the “Donroe Doctrine”, America proclaims that it will act unhinged in its hemisphere, from immigration and the war on drugs to the management of natural resources, regime change, renaming geographical sites, and even the annexation of territories. 

America’s policies in its hemisphere revive imperialist and neo-colonial practices and divide the international chessboard into spheres of influence among the US, Russia, and China. If Venezuela, and tomorrow Greenland, are Trump’s Georgia and Ukraine, Taiwan could later be Xi’s Venezuela, and Moldova could be Putin’s Greenland. 

The insistence of the Trump administration on its claims on Greenland, in particular, will test the already strained Euro-American relations and will undermine the solidarity of NATO. 

European-American relations have already been tested on a number of issues from tariffs, to defense expenditures in NATO, the “burden sharing” issue, and support for Ukraine. Furthermore, the Trump administration has missed no opportunity to show its contempt for the European Union, whether in the form of Vance’s admonitions, the support of like-minded right-wing political forces in Europe, or the condescending view of Europe in the US National Security Strategy. Trump’s aversion to institutions, norms and procedures has amounted to a frontal attack on the very existence of the European Union. European leadership has responded by appeasing and cajoling Trump in an effort to salvage the Transatlantic Alliance. But sooner or later, it will have to face harsh realities. Europe was the cornerstone of the rules-based post-war international order, which the Trump administration has chosen to upend. The Trump administration is keen to a rapprochement with Russia even at the expense of its European Allies. Europe cannot depend on the American security guarantee anymore. We have returned to an international order of great power antagonism. That means that if a European version of De Gaulle’s “all-azimouth” strategy might be “a bridge too far”, certainly, European strategic autonomy has been long overdue. In Europe, we need to realise that Trump’s foreign policy is revolutionary, and the new Security Strategy and the “Donroe doctrine” have unleashed forces that threaten to bring about a domino of uncontrollable geopolitical developments.

Ανάγκη αναπροσαρμογής της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Ανάγκη αναπροσαρμογής της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Σε αυτό το ιστορικό μεταίχμιο, η χώρα μας χρειάζεται μια συνολική αναδιαμόρφωση της εθνικής της στρατηγικής αλλά και των μέσων άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Χρειάζεται συνολική αναπροσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Πέτρος Μολυβιάτης: θεματοφύλακας του δημοσίου συμφέροντος

Πέτρος Μολυβιάτης: θεματοφύλακας του δημοσίου συμφέροντος

Ο Πέτρος Μολυβιάτης ήταν ένας αθόρυβος, αλλά επίμονος δημόσιος λειτουργός με αταλάντευτη προσήλωση στο εθνικό και δημόσιο συμφέρον. Αφησε βαθύ αποτύπωμα στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Ηταν το αρχετυπικό παράδειγμα της Καραμανλικής σχολής που αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή στα κοινά όχι ως τρόπο κοινωνικής καταξίωσης, αλλά ως αποστολή και χρέος. Ως υπηρεσία στην πατρίδα, που υπερβαίνει τις κομματικές αντιπαραθέσεις και βλέπει πάντοτε προς το μέλλον.

Εκπρόσωπος μιας γενιάς διπλωματών που έζησε τη φρίκη του πολέμου, συνέδεσε την πορεία του με την υπέρβαση του παρελθόντος και με την επιδίωξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με την Ελλάδα αναπόσπαστο μέλος. Ταύτισε την πορεία του με έναν μεγάλο πολιτικό, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης για δεκαετίες. Ο Καραμανλής είχε άλλωστε το μεγάλο προτέρημα να επιλέγει συνεργάτες υψηλής αξιοσύνης και ήθους και να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις εισηγήσεις τους.

Βαθύς γνώστης της Ιστορίας με προσωπικά και οικογενειακά βιώματα, έγινε διπλωμάτης στην ταραγμένη μεταπολεμική εποχή. Η μητέρα του καταγόταν από μικρασιατική οικογένεια από το Αϊβαλί, αδελφή του ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη, που έγραψε το «Νούμερο 31328», το πρώτο βιβλίο μιας τριλογίας μαζί με τη «Γαλήνη» και την «Αιολική Γη». Βιβλία που αποτύπωσαν την εμπειρία του από τη Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά και τον πόνο για τις χαμένες πατρίδες.

Ο Μολυβιάτης μπήκε στο διπλωματικό σώμα το 1956, όταν υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ, με τον οποίο συνδέθηκε στο πέρασμα του χρόνου με στενή φιλία. Βίωσε τις διεθνείς εξελίξεις μιας ταραγμένης εποχής υπηρετώντας στο ΝΑΤΟ, στον ΟΗΕ, στην Αγκυρα και στη Μόσχα, καθώς και στο γραφείο του πρωθυπουργού.

Από την αρχή της σταδιοδρομίας του ενεπλάκη ενεργά με τα ελληνοτουρκικά, ήδη από τη δεκαετία του 1950. Το 1974 ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Καραμανλή μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και με τις δύο χώρες να βρίσκονται στα πρόθυρα του πολέμου. Το 1976 ακολούθησε η κρίση του «Σισμίκ» και το Πρωτόκολλο της Βέρνης. Και το 2004 μόλις είχε αναλάβει υπουργός Εξωτερικών του Κώστα Καραμανλή, στη συνάντηση στη Λουκέρνη για το σχέδιο Ανάν.

Συνέδραμε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στην προσπάθεια για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων χωρίς την απεμπόληση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Οπως έλεγε ο Μολυβιάτης, και δικαίως, ο Καραμανλής ήταν ο μόνος πολιτικός που είχε το πολιτικό θάρρος και τη βούληση να λύσει το Κυπριακό. Οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου ήταν η μόνη εφικτή λύση, έλεγε ο Μολυβιάτης, που αν δεν είχαν ανατραπεί «θα ήταν ένας παράδεισος σε σχέση με αυτό που είναι σήμερα».

Οταν ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών έδειξε σωφροσύνη, πραγματισμό και ρεαλισμό στον χειρισμό των εθνικών θεμάτων. Γνώριζε ότι στην εξωτερική πολιτική για να επιτύχεις τον σεβασμό της άλλης πλευράς πρέπει η πολιτική σου να διακρίνεται από συνέχεια, συνέπεια και αποφασιστικότητα. Πίστευε στην ανάγκη διαλόγου και εξομάλυνσης των σχέσεων με την Τουρκία, αλλά με όρους έμπρακτου σεβασμού των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Η πολιτική της διαφύλαξης του status quo απέναντι σε μια ολοένα πιο επιθετική και αναθεωρητική Τουρκία ερμηνεύθηκε κακόπιστα από ορισμένους ως πολιτική ακινησίας.

Παρότι η διπλωματική του διαδρομή έχει ταυτιστεί με τα ελληνοτουρκικά, επίσης σημαντική ήταν η συμβολή του στην Ostpolitik του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ηταν ένα τολμηρό άνοιγμα στα Βαλκάνια, αλλά και στην ίδια τη Σοβιετική Ενωση και στην Κίνα, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Ενα άνοιγμα που έγινε ακόμη πιο έντονο μετά την υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι το 1975 και την ύφεση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων. Ηταν ένα ρεαλιστικό παράδειγμα πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής ακόμη και στις συμπληγάδες του διπολισμού του Ψυχρού Πολέμου. Η Ελλάδα νομιμοποιώντας το Κομμουνιστικό Κόμμα επούλωνε τις πληγές του Εμφυλίου. Και στις εξωτερικές σχέσεις, παρότι ανήκε στο δυτικό στρατόπεδο, έδειχνε πως πρέπει να υπάρχει ένα αναγκαίο modus operandi με την αντίπαλη υπερδύναμη, που μάλιστα βρίσκεται σε γεωγραφική εγγύτητα.

Η εθνική προσφορά του Πέτρου Μολυβιάτη δεν εξαντλήθηκε στον διπλωματικό στίβο. Ως διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού το 1974, και στη συνέχεια γενικός γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας, ήταν παρών και συμμετέχων στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Με την αυστηρή και ανέκφραστη συμπεριφορά του, που μάλλον προσιδίαζε στην αγγλοσαξονική σχολή, απέφευγε να μιλάει για τον εαυτό του, αλλά και για οτιδήποτε αφορούσε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης για δεκαετίες. Δεν υπήρξε πολιτικός με τη στενή έννοια, ήταν όμως η προσωποποίηση της πολιτικής ευθύνης. Κέρδισε δίκαια τον σεβασμό των πολιτικών του φίλων αλλά και των αντιπάλων.

Σήμερα που η δημόσια σφαίρα κυριαρχείται από τη λογική του εφήμερου και την αισθητική του κραυγαλέου, η απουσία του Πέτρου Μολυβιάτη γίνεται ακόμη πιο αισθητή. Υπήρξε υπόδειγμα δημόσιου λειτουργού, πατριώτη και δημοκράτη. Η Ελλάδα του χρωστάει πολλά. Κι εμείς, όσοι τον γνωρίσαμε, μαθητεύσαμε δίπλα του και, στο τέλος της διαδρομής, συνεργαστήκαμε, του χρωστάμε ακόμη περισσότερα.

Ο στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο ανιψιός του Ηλία Βενέζη, ήταν ένας σπουδαίος Ελληνας.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Μαΐου 2025

ΝΔ: Μισός αιώνας αδιάλειπτης πολιτικής παρουσίας και προσφοράς

ΝΔ: Μισός αιώνας αδιάλειπτης πολιτικής παρουσίας και προσφοράς

Η ΝΔ κλείνει σε λίγες μέρες 50 χρόνια αδιάλειπτης πολιτικής παρουσίας. Αξιοσημείωτο όχι μόνο για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα, αλλά και τα ευρωπαϊκά. Οι μεγάλες πολιτικές οικογένειες της μεταπολεμικής Ευρώπης υφίστανται τριγμούς. Ιδιαίτερα η Κεντροαριστερά και οι Σοσιαλιστές. Στον τόπο μας η Κεντροαριστερά μοριοποιήθηκε μεταπολιτευτικά τρεις φορές. Αρχικά η Ένωση Κέντρου και στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ που την είχε διαδεχθεί, και τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η παγκοσμιοποίηση, η δημοσιονομική προσαρμογή για την ένταξη στην ευρωζώνη, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και οι πολιτικές της ευρωζώνης αυτές καθαυτές απομάκρυναν τα κεντροαριστερά κόμματα από τη μήτρα της πολιτικής τους. Οι δομικές αυτές αλλαγές ανάγκασαν τα σοσιαλιστικά κόμματα να απομακρυνθούν από την ιδεολογία τους και να υιοθετήσουν πιο «δεξιές πολιτικές». Κατάφεραν έτσι πρόσκαιρες εκλογικές νίκες, αλλά μακροπρόθεσμα διέρρηξαν τους δεσμούς τους με τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπούσαν. Το κενό στα αριστερά τους καλύφθηκε από δημαγωγικά λαϊκιστικά κόμματα που, ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης, λεηλάτησαν τον κεντροαριστερό χώρο. Υποσχόμενα παροχές και προνόμια που η οικονομία δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να υποστηρίξει.
Η ΝΔ, ο κεντροδεξιός χώρος, παρέμεινε διαχρονικά σταθερός. Παρά τις αποχωρήσεις και τη δημιουργία μικρότερων σχημάτων, αλλά και τις εξελίξεις σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η πολιτική πίεση έχει μεταφερθεί στην κεντροδεξιά. Οικονομικές ανισότητες, που διογκώθηκαν από τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές και την αρρύθμιστη παγκοσμιοποίηση, μεταναστευτικά ρεύματα, ένας ακραίος φιλελεύθερος δικαιωματισμός, και ταυτοτικές πολιτικές, δημιουργούν μια κοινωνική δυσανεξία και έναν δημογραφικό πανικό. Τα κεντροδεξιά κόμματα, πληρώνουν τώρα το τίμημα της επιτυχίας τους. Υιοθετώντας λιγότερο παραδοσιακές θέσεις στα κοινωνικά ζητήματα, απειλούνται τώρα από την πλαγιοκόπηση της ακροδεξιάς. Και η στροφή τους σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που εκτίναξαν τις ανισότητες, τα φέρνει σε σύγκρουση με τα λαϊκά, εργατικά και αγροτικά στρώματα.
Η ΝΔ άντεξε, μέχρι τώρα, γιατί παραμένει ο μόνος πολιτικός σχηματισμός στον τόπο μας που οι ιδέες του έχουν επικρατήσει διεθνώς, οι στρατηγικές του επιλογές δικαιωθεί, και οι κυβερνητικές θητείες του έχουν θετικό πρόσημο. Παρά τα αναπόφευκτα λάθη, δικαιώθηκε για τις στρατηγικές επιλογές που έκανε για τη χώρα. Και στο διεθνές πεδίο, με το πλέγμα των συμμαχιών και τη κατεύθυνση που έδωσε στη χώρα, αλλά και στο εσωτερικό. Η βασική της στρατηγική επιλογή, η ένταξη στην Ευρώπη, αλλά και ιδεολογία της, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, ανταποκρίθηκαν στα κελεύσματα της εποχής.
Ιδρύθηκε από μια χαρισματική και εξέχουσα ιστορική προσωπικότητα, αλλά δεν έγινε προσωποπαγές κόμμα. Εξελίχθηκε σε ένα σύγχρονο κόμμα με δημοκρατική λειτουργία. Αναδεικνύοντας οκτώ αρχηγούς, μετά τον ιδρυτή της, και πέντε πρωθυπουργούς.
Η ΝΔ συνέθεσε παραδοσιακά δύο ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα. Τον συντηρητισμό και την παράδοση που προέρχεται από το Λαϊκό κόμμα και τον φιλελευθερισμό που προέρχεται από το κόμμα των φιλελευθέρων και τα κόμματα του κεντρώου χώρου. Ο ιδρυτής της κατόρθωσε να καταστήσει την ΕΡΕ, αρχικά, και τη ΝΔ, στη συνέχεια, πλειοψηφικά κόμματα γιατί συνέθεσε τα δύο. Ενσωμάτωσε με επιτυχία τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης σε ένα πλαίσιο ορθολογικών δημοκρατικών θεσμών και δομών με προοδευτικό πρόσημο. Γεφυρώνοντας το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα με τα συντηρητικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Και συνδυάζοντας την ελευθερία με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Όποτε η ΝΔ έχασε την ισορροπία της γέρνοντας προς τη μια ή την άλλη πολιτική κατεύθυνση έχασε και μέρος της δύναμής της, πολιτικής και εκλογικής. Η επίτευξη της πολιτικής και ιδεολογικής σύνθεσης και ισορροπίας είναι σήμερα πιο δύσκολη αλλά και πιο αναγκαία από ποτέ. Σε οικονομικό, κοινωνικό, και γεωπολιτικό επίπεδο οι εξελίξεις είναι κατακλυσμικές. Είμαστε σε ένα περιβάλλον ανάλογο της εποχής του μεσοπολέμου. Οι παραδοσιακές κοινωνικές αξίες βάλλονται, η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση φέρνουν δραματικές αλλαγές στο χώρο της παραγωγής, και στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Ο πλούτος συσσωρεύεται σε λίγα χέρια ενώ διογκώνονται τα στρώματα των μη προνομιούχων. Η κοινωνική δυσανεξία εντείνεται από τα ανεξέλεγκτα μεταναστευτικά ρεύματα, που έχουν πλέον πολλαπλά αίτια. Την οικονομική μετανάστευση, τη μετανάστευση που οφείλεται σε πολεμικές συρράξεις, εμφύλιες συγκρούσεις αλλά και την κλιματική αλλαγή. Οι κοινωνίες απειλούμενες γίνονται ευάλωτες στις σειρήνες του λαϊκισμού και των άκρων. Το ίδιο συμβαίνει και στον τόπο μας. Που αντιμετωπίζει, επιπλέον, την σοβαρή πρόκληση του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Η ΝΔ, σήμερα, οφείλει να διαμορφώσει ένα νέο πεδίο συναίνεσης. Διαφυλάσσοντας την ενότητα της ελληνικής κοινωνίας. Για να το κάνει αυτό, η ΝΔ οφείλει να συμφιλιώσει και πάλι την πολιτική με τις ιδέες. Επανανοηματοδοτώντας τις αρχές του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Ιδεολογίας ανθρωποκεντρικής με πυξίδα την ελευθερία, την αλληλεγγύη, την κοινωνική δικαιοσύνη, και τη δημοκρατία. Ιδεολογίας που δεν υπηρετεί τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, αλλά αυτά του κοινωνικού συνόλου. Όπως έλεγε ο Θεοτοκάς, η τρέχουσα έκφραση «αστική Δημοκρατία» περιέχει μια σκανδαλώδη αντίφαση. Η Δημοκρατία είναι του Δήμου. Η ίδια η λέξη Δημοκρατία εκφράζει ένα αίτημα λαϊκής χειραφέτησης, ισότητας και δικαιοσύνης.
Κι αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Να δημιουργηθεί μια νέα πλατιά κοινωνική συμμαχία για τη διεύρυνση της δημοκρατίας, την ολόπλευρη οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανοιχτή κοινωνία. Και την προώθηση των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη ο τόπος. Η ΝΔ, όμως, ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη, πρέπει να αποκαταστήσει στα μάτια της κοινωνίας την κακοποιημένη έννοια της μεταρρύθμισης. Αναβαπτίζοντάς την στην αριστοτελική έννοια του μέτρου. Όχι του συμβιβασμού αλλά του μέτρου. Μακράν από τα άκρα είτε της υπερβολής είτε της έλλειψης. Γιατί «οι καταστάσεις των άκρων βασανίζουν τον άνθρωπο», όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Οι μεταρρυθμίσεις, με αποδέκτη τον άνθρωπο, ήταν πάντοτε η σημαία της. Και γι’ αυτό, σφυρηλάτησε δεσμούς ισχυρούς με πλατιά κοινωνικά στρώματα.
Έτσι μόνο θα επανασυνδεθούν σε ένα κοινό όραμα όλες οι κοινωνικές ομάδες που επιζητούν την πρόοδο. Για να πλοηγηθεί η χώρα με ασφάλεια αυτή την περίοδο των μεγάλων αλλαγών.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 28/9/2024

11/9: ρωγμή στον ιστορικό χρόνο

11/9: ρωγμή στον ιστορικό χρόνο

Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν η πρώτη επίθεση στο ηπειρωτικό έδαφος της Αμερικής μετά τον αμερικανοβρετανικό πόλεμο (1812-1815) στη διάρκεια του οποίου οι Βρετανοί έκαψαν τον Λευκό Οίκο.  Ήταν ένα Περλ Χάρμπορ στην ηπειρωτική Αμερική, που έθεσε εν αμφιβόλω το άτρωτο της υπερδύναμης και το αίσθημα της γεωπολιτικής της ασυλίας. Ο συμβολικός και ψυχολογικός αντίκτυπος του ασύμμετρου πλήγματος στα κέντρα ισχύος της υπερδύναμης, την εποχή μάλιστα της παντοκρατορίας της, προκαθόρισε όσα επακολούθησαν. 

Η απάντηση των ΗΠΑ στο τρομοκρατικό χτύπημα, με όρους γενικευμένου πολέμου και όχι μιας περιορισμένης τιμωρητικής (punitive) απάντησης, οδήγησε σε μια κλιμάκωση, που προκάλεσε σοβαρές στρεβλώσεις στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και στο διεθνές σύστημα συνολικά. Η στρατιωτικοποίηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και η παρατεταμένη εμπλοκή της σε διάφορα μέτωπα (όπως Αφγανιστάν και Ιράκ), ως αποτέλεσμα του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”, οδήγησαν την υπερδύναμη σε αποπροσανατολισμό από τις σοβαρές πλανητικές προκλήσεις και απειλές. Σε μια σπάνια δημόσια αυτοκριτική για την αμερικανική πολιτική μετά την 11η Σεπτεμβρίου,  ο Πρόεδρος Μπάϊντεν προσπάθησε να νουθετήσει την κυβέρνηση του Ισραήλ να μην διαπράξει παρόμοια λάθη μετά την 7η Οκτωβρίου.

Με το νέο-συντηρητικό δόγμα του προληπτικού πολέμου, η Αμερική στόχευσε όχι μόνον τρομοκρατικές ομάδες, αλλά και “κράτη-παρίες”, που υποθάλπουν τρομοκρατικές ομάδες, όπως το Ιράκ, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, που συγκροτούσαν τον “άξονα του κακού”. Τα καθεστώτα των χωρών αυτών θα έπρεπε να ανατραπούν και να αντικατασταθούν από δημοκρατικά και φίλα προσκείμενα καθεστώτα.

Ο πόλεμος στο Ιράκ, που ακολούθησε την εξόντωση της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν, ήταν το αρχετυπικό παράδειγμα της εφαρμογής του νέο-συντηρητικού ιδεολογήματος στη Μέση Ανατολή. Έφερε, όμως, τα αντίθετα αποτελέσματα. Η δημοκρατία όχι μόνο δεν «άνθησε», όπως υποσχόταν ο Rumsfeld το 2001, αντίθετα η Αραβική Άνοιξη (Arab Spring) κατέληξε σε μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση της περιοχής και στην ανάδειξη ακραίων ισλαμικών ομάδων, όπως ο ISIS. Διακινδύνευσε επίσης τη συμμαχία με τα μετριοπαθή αραβικά κράτη και δημιούργησε κίνδυνο πολιτισμικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Δύση και το Ισλάμ.

Με το Guantanamo και το Abbu Greib τρώθηκε το γόητρό της Αμερικής και η νομιμοποίηση της ηγεμονίας της σε πλανητικό επίπεδο. Η 11η Σεπτεμβρίου, όμως, οδήγησε και σε σκλήρυνση της νομοθεσίας στα ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας.

Η απορρόφηση της Αμερικής στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας άφησε χώρο, χρόνο και ευκαιρίες σε άλλες αναθεωρητικές μεγάλες δυνάμεις (Κίνα), ή σε ηττημένες μεγάλες δυνάμεις με ρεβανσιστικές διαθέσεις (Ρωσία) να διεκδικήσουν περιφερειακό ή παγκόσμιο ρόλο. Δημιουργήθηκαν έτσι οι συνθήκες μετάβασης σε ένα πολυκεντρικό διεθνές σύστημα. 

Η Ρωσία βρήκε την ευκαιρία να επαναφέρει τη λογική των σφαιρών επιρροής στην εγγύς περιφέρειά της. Αρχικά με την Γεωργία το 2008, και μετά με την ουκρανική κρίση του 2014 όταν προσάρτησε την περιοχή της Κριμαίας, και στη συνέχεια με τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Επίσης, όταν η Αμερική έδειχνε σημάδια κόπωσης και αναδίπλωσης, όπως στη Μέση Ανατολή και στο Αφγανιστάν, η Μόσχα έσπευσε να καταλάβει ζωτικό χώρο, σηματοδοτώντας την επιστροφή σε μια αναθεωρητική πολιτική.

Η σημαντικότερη, ίσως, αλλαγή στον σημερινό καταμερισμό ισχύος, λόγω της υπερβολικής εστίασης στο ζήτημα της τρομοκρατίας και ακολούθως λόγω της πολιτικής της αναδίπλωσης, ήταν η ανάδυση και ισχυροποίηση της Κίνας σε αντίπαλο δέος στην αμερικανική παγκόσμια κυριαρχία.

Η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου προκάλεσε μια ρωγμή στον ιστορικό χρόνο. Εάν το 1989 σηματοδοτεί το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την εδραίωση της αμερικανικής κυριαρχίας (primacy), η 11η Σεπτεμβρίου σηματοδοτεί το τέλος αυτής της περιόδου. Ήταν μια βίαιη αφύπνιση από την ευφορία και τη θριαμβολογία της Δύσης για το “τέλος της ιστορίας”, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, και την επέκταση της δυτικής φιλελεύθερης τάξης στον υπόλοιπο κόσμο. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, με τον πολυετή πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, η Αμερική σπατάλησε την ιδεολογικοπολιτική κυριαρχία που απολάμβανε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και έθεσε υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία της στο διεθνές σύστημα.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/9/2024

Δημοψηφισματικές εκλογές

Δημοψηφισματικές εκλογές

Η Αμερική είναι βαθιά διχασμένη. Αυτή τη φορά όχι ανάμεσα στο Βορρά και το Νότο του αμερικανικού εμφυλίου, αλλά σε μπλε και κόκκινες πολιτείες. Σε συντηρητικές πολιτείες της ενδοχώρας και σε προοδευτικές πολιτείες των μητροπολιτικών κέντρων των ακτών. Ο κοινωνικός διχασμός είναι βαθύς γιατί αφορά θέματα αξιών και ταυτότητας. Οι οξείες κοινωνικές διαιρέσεις αντανακλώνται στην πόλωση του πολιτικού συστήματος. Tο κοινωνικό και πολιτικό εκκρεμές στην Αμερική ταλαντώνεται βίαια από έναν ακραίο φιλελευθερισμό, σε έναν συντηρητισμό με ανορθολογικά στοιχεία, πολύ συνωμοσιολογία και μια υποκουλτούρα βίας.

Οι δύο φάσεις μιας ιστορικής τομής

Οι δύο φάσεις μιας ιστορικής τομής

1974-2024 Μεταπολίτευση, ένας απολογισμός

Η θεμελίωση της Γ´ Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή χωρίζεται σε δύο περιόδους. Τη μετάβαση (transition) στη δημοκρατία stricto sensu (24 Ιουλίου 1974-17 Νοεμβρίου 1974), και τη δεύτερη περίοδο της εδραίωσης (consolidation) των δημοκρατικών θεσμών (17 Νοεμβρίου 1974-18 Οκτωβρίου 1981).
Όταν ο Καραμανλής ορκίστηκε μόνος, τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου του 1974, ουδείς ανέμενε αυτό που θα ακολουθούσε. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ομιλούσαν για μια απλή αλλαγή νατοϊκής φρουράς. Ο στρατός επεδίωκε μια καθοδηγούμενη μετάβαση (guided transition) που θα του επέτρεπε να διατηρήσει τον ρόλο θεματοφύλακα του μετεμφυλιακού status quo.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής περίπτωσης, άλλωστε, καθιστούσαν την ομαλή επιστροφή στην ομαλότητα σχεδόν ακατόρθωτο εγχείρημα. Η απότομη κατάρρευση του καθεστώτος είχε δημιουργήσει τεράστιο κενό εξουσίας και χάος στο εσωτερικό, την ίδια ώρα που η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο οδηγούσε σε έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το Πολυτεχνείο είχε αποτελέσει το terminus ad quem της χούντας, αλλά η τραγωδία της Κύπρου έφερε την χούντα ενώπιον εθνικών αδιεξόδων. Το δικτατορικό καθεστώς αποδείχθηκε ανέτοιμο, αδύναμο και απρόθυμο να αντιμετωπίσει στρατιωτικά την τουρκική εισβολή. Μετά και τη χαοτική επιστράτευση, κατέρρευσε καλώντας τους πολιτικούς να διαχειριστούν την εθνική κρίση.
Την 24η Ιουλίου, ο Καραμανλής προσγειώθηκε σε μια χώρα βυθισμένη στο χάος. Με μελετημένη στρατηγική, καίριες αποφάσεις και ταχύτητα ενεργειών, ο Καραμανλής πέτυχε να ελέγξει τις ένοπλες δυνάμεις, να κερδίσει την εμπιστοσύνη του λαού και να διαχειριστεί τα τετελεσμένα της Κυπριακής τραγωδίας που είχε δημιουργήσει η χούντα.
Άμεση προτεραιότητα του Καραμανλή, κατά τη μεταβατική περίοδο, από τις 24 Ιουλίου μέχρι τις 17 Νοεμβρίου του 1974, ήταν να διατηρήσει την ενότητα των πολιτών και την εθνική συσπείρωση που δημιουργήθηκε μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, και την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος. Συγκρότησε άμεσα κυβέρνηση εθνικής ενότητας από στελέχη της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς με άσπιλα αντιχουντικά διαπιστευτήρια. Επιπλέον, εκφράζοντας το λαϊκό αίσθημα μετά τον Ατίλλα ΙΙ, αλλά και την αντίδραση της ελληνικής πολιτείας στην απραξία της Βρετανίας (εγγυήτριας δύναμης) και την ευμενή προς την Τουρκία ουδετερότητα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αποφάσισε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ στις 15 Αυγούστου.
Δεύτερον, αποκατέστησε τον έλεγχο στο στρατό με την τοποθέτηση του Ευάγγελου Αβέρωφ και του Σόλωνα Γκίκα στα κρίσιμα κυβερνητικά πόστα και έμπιστων αξιωματικών σε θέσεις κλειδιά. Οι δίκες των πρωταιτίων του πραξικοπήματος του 1967 ορίσθηκαν να διεξαχθούν μετά τις εκλογές. Ο Καραμανλής ήθελε να ασχοληθεί με τα θέματα αυτά αφού θα είχε προηγουμένως ισχυροποιηθεί από τη λαϊκή εντολή στις επερχόμενες εκλογές.
Τρίτον, επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, με εξαίρεση τις διατάξεις που αναφέρονταν στη μοναρχία, μέχρι τις εκλογές. Το ζήτημα αυτό θα λυνόταν μετά τις εκλογές με λαϊκό δημοψήφισμα. Η Βουλή που θα προέκυπτε από τις εκλογές θα προχωρούσε στην αναθεώρηση τον Συντάγματος. Επιπλέον, μέσα από μια αλληλουχία αποφάσεων, ο Καραμανλής επανάφερε τη χώρα στην προ-χουντική νομιμότητα, όσον αφορά τις δικαστικές και δημόσιες υπηρεσίες και τα πανεπιστήμια. Ελευθέρωσε τους πολιτικούς κρατούμενους, και παραχώρησε γενική αμνηστία για τα πολιτικά εγκλήματα. Τέλος, νομιμοποίησε όλα τα πολιτικά κόμματα και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος.
Προκήρυξε άμεσα εκλογές στη συμβολικά φορτισμένη ημερομηνία της 17ης Νοεμβρίου του 1974, που του έδωσαν την ευρεία πλειοψηφία του 54,37%, την αναγκαία λαϊκή νομιμοποίηση και ισχυρή εντολή.
Στο σημείο αυτό, τη σταδιακή τακτική του Καραμανλή διαδέχθηκε μια δεύτερη περίοδος αποφάσεων και ενεργειών, ακόμη πιο αποφασιστικών, που οδήγησαν στην επίτευξη του συνόλου των στρατηγικών του επιδιώξεων. Σε λιγότερο από έξι μήνες οι υπεύθυνοι του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1967, οι υπεύθυνοι της αιματηρής καταστολής του Πολυτεχνείου και οι βασανιστές της χούντας είχαν δικαστεί και καταδικαστεί.
Η ταχύτητα της εκδίκασης των πρωταιτίων, αλλά και η μετατροπή της θανατικής ποινής σε ισόβια κάθειρξη αποτέλεσαν σημαντικές αποφάσεις. Γιατί επέτρεψαν, με δίκαιο και γρήγορο τρόπο, την καταδίκη των πρωταιτίων ώστε η χώρα να αλλάξει σελίδα. Η μετατροπή των ποινών έδειξε ότι η δημοκρατία τιμωρεί αλλά δεν εκδικείται, και απέτρεψε και τη δημιουργία ενός κλίματος ρεβανσισμού σε νοσταλγούς της χούντας στις ένοπλες δυνάμεις. Από την άλλη πλευρά, η αποφασιστικότητα της εκτέλεσης των ποινών της ισόβιας κάθειρξης, “όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια”, συνδύασε τη μετριοπάθεια της δημοκρατίας με την αποφασιστικότητα του κράτους στην απονομή δικαιοσύνης και την τήρηση της τάξης. Αφού είχε ολοκληρώσει την επιτυχημένη μετάβαση στη δημοκρατία (Ιούλιος 1974-Νοέμβριος 1974), ο Καραμανλής προχώρησε στην θεσμική οργάνωση της Πολιτείας και την εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών (consolidation phase).
Στη δεύτερη αυτή φάση, ο πρώτος άξονας της στρατηγικής του ήταν η θέσπιση του Συντάγματος του 1975, που μας συνέδεσε με τον Ευρωπαϊκό Συνταγματικό πολιτισμό διευρύνοντας τις πολιτικές ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα και εδραιώνοντας το κράτος δικαίου.
Δεύτερον, η οριστική επίλυση του πολιτειακού ζητήματος με ένα αδιάβλητο και ανεπηρέαστο δημοψήφισμα. Τηρώντας αυστηρή ουδετερότητα, ο Καραμανλής κατέστησε τον ελληνικό λαό υπεύθυνο της επιλογής του, και πέτυχε τον ενταφιασμό του εθνικού διχασμού.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή επιλογή και η τελική ένταξη στην ΕΟΚ, εδραίωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας, δημιούργησε προϋποθέσεις για οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη, και συνέβαλε στην καλύτερη αντιμετώπιση του διλήμματος ασφάλειας της χώρας.
Με την εκλογή του στη Προεδρία της Δημοκρατίας, την ομαλή εναλλαγή στην εξουσία και τη συγκατοίκησή του με την σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Καραμανλής είχε ολοκληρώσει το μεγάλο επίτευγμα του πολιτικού εκσυγχρονισμού της χώρας.
Στα 200 χρόνια της ιστορίας του το Ελληνικό κράτος ταλανίστηκε από πολέμους, φτώχεια, κινήματα, πραξικοπήματα, εμφυλίους, χρεωκοπίες και κρίσεις. Τα τελευταία 50 χρόνια η Ελλάδα έγινε πιο σταθερή, πιο πλούσια, και πιο ασφαλής παρά τα πισωγυρίσματα. Η ρήξη με το ιστορικό παρελθόν και η εδραίωση ενός σύγχρονου δυτικοευρωπαϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η μεγάλη τομή και η κορωνίδα του μεταπολιτευτικού εγχειρήματος. Και φέρει τη σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Δημοσίευση: εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Η Ε.Ε. αντιμέτωπη με πολύ μεγάλες προκλήσεις

Η Ε.Ε. αντιμέτωπη με πολύ μεγάλες προκλήσεις

Στις 9 Μαΐου γιορτάζουμε την ημέρα της Ευρώπης. Την επέτειο της ιστορικής Διακήρυξης Σουμάν, στην οποία ο Ρομπέρ Σουμάν μίλησε για τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που θα συμβόλιζε το τέλος του πολέμου μεταξύ των Ευρωπαίων.
Πράγματι, μια γενιά ευρωπαίων οραματιστών πολιτικών, αλλά και η Σοβιετική απειλή, και η Αμερικανική παρότρυνση, στις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου, οδήγησαν στη δημιουργία μια νέας οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης στην Ευρώπη, μετά τον πόλεμο. Η κουλτούρα συνεργασίας από τη διαχείριση της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας του Σχεδίου Μάρσαλ έβαλε τις ρίζες για μια λειτουργική και σταδιακή προσέγγιση που οδήγησε στη Συνθήκη της Ρώμης και τελικά στην Ενωμένη Ευρώπη. Το ιστορικό αυτό εγχείρημα ξεκίνησε από την Δυτική Ευρώπη των έξι για να μετεξελιχθεί, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, στην Ενωμένη Ευρώπη από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια. Μια φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη, που δημιουργήθηκε κάτω από την εγγύηση ασφάλειας της αμερικανικής αμυντικής ομπρέλας και τώρα διεκδικεί τη στρατηγική της αυτονομία.
Η Ενωμένη Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ιστορίας της. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η ευφορία για τον εξοστρακισμό της κατάρας του πολέμου από την ευρωπαϊκή ήπειρο διαλύθηκε βίαια από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Και το αίσθημα ασφάλειας που της παρείχε η ευρωατλαντική συμμαχία δεν υπάρχει πλέον μετά από την προεδρία Τράμπ και τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στην Αμερική. Με την Κίνα να προσθέτει και έναν επιπλέον πόλο γεωπολιτικής ανησυχίας.
Αλλά και στο εσωτερικό το ευρωπαϊκό όραμα θαμπώνει και ένα κύμα ευρωσκεπτικισμού σαρώνει την ήπειρο από άκρου εις άκρον.
Οι νέες ανισότητες που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση δημιουργούν ανασφάλεια και απόγνωση και δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Και τα μεταναστευτικά ρεύματα δημιουργούν «δημογραφικό πανικό» και επαναφέρουν στο προσκήνιο ζητήματα και πολιτικές ταυτότητας. Η «εισβολή του ξένου» στις δυτικές κοινωνίες σπρώχνει τους πολίτες σε αναζήτηση των παραδοσιακών στοιχείων της ταυτότητάς τους. Η Γερμανία, μετά τον πόλεμο, είχε ενταφιάσει αυτή τη συζήτηση εντάσσοντας την εθνική της ταυτότητα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το AfD ξανάνοιξε τη συζήτηση αυτή, εκμεταλλευόμενο την ανασφάλεια που δημιουργεί η παρουσία ενός εκατομμυρίου μεταναστών από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική στη Γερμανία.
Στη Βρετανία το UKIP του Φάρατζ παρέσυρε κομμάτια των Τόρις στη καταστροφική ατζέντα που οδήγησε τελικά στο Brexit. Αλλά και στη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Πολωνία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι δυνάμεις του λαϊκισμού και των άκρων επελαύνουν.
Η ιστορική περίοδος που διανύουμε των συνεχών και πολύπλευρων κρίσεων δοκιμάζει τις αντοχές του ημιτελούς ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Μπορεί η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης να είναι μια σειρά από κρίσεις και επανεκκινήσεις. Με κάθε επανεκκίνηση να προσθέτει μια ψηφίδα στην εμβάθυνση του ενοποιητικού εγχειρήματος. Είναι όμως αναγκαίο η Ενωμένη Ευρώπη να φύγει από το στενά λειτουργικό, υλιστικό και ωφελιμιστικό πλαίσιο στο οποίο έχει συρρικνωθεί. Να επανανοηματοδοτήσει την αναγκαιότητα της ύπαρξης της ως ένα μεγάλο ηθικό ζήτημα και έναν πολιτικό στόχο. Να προτάξει και πάλι τις κοινές αξίες που αποτέλεσαν το νομιμοποιητικό υπόβαθρο της. Να πείσει τους πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών ότι η εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας είναι προς όφελος τους. Ότι η ΕΕ μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα από τα κράτη-έθνη τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης, εργασίας, κοινωνικής συνοχής, μετανάστευσης και ασφάλειας. Και να ξαναβάλει σε τροχιά τις διαδικασίες εμβάθυνσης της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης.
Οι γενεσιουργοί λόγοι του ευρωπαϊκού εγχειρήματος παραμένουν πιο ισχυροί από ποτέ. Το υπόβαθρο των κοινών συμφερόντων και κοινών αξιών παραμένει σταθερό. Και η ενότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των νέων γεωπολιτικών προκλήσεων και τη διατήρηση της πλανητικής επιρροής.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, 11/05/2024